Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Τριστάνος και Ιζόλδη (Βάγκνερ)



Rogelio de Egusquiza Tristan und Isolde



Το Τριστάνος και Ιζόλδη (γερμ. Tristan und Isolde) είναι όπερα σε τρεις πράξεις του Ρίχαρντ Βάγκνερ, σε γερμανικό λιμπρέτο του ιδίου, βασισμένο κατά ένα μεγάλο μέρος στην ομώνυμη μυθιστορία του Γκότφρηντ φον Στράσμπουργκ. Η όπερα συντέθηκε μεταξύ 1857 και 1859 και έλαβε την πρεμιέρα της υπό την διεύθυνση του Χανς φον Μπύλο (Hans von Bülow) στο Μόναχο, στις 10 Ιουνίου 1865.




Bussiere Tristan et Iseult

Η όπερα είχε βαθιά επίδραση στο κατοπινό έργο των δυτικών συνθετών κλασσικής μουσικής, μεταξύ άλλων του Γκούσταβ Μάλερ, του Ρίχαρντ Στράους, του Άλμπαν Μπεργκ καθώς και του Άρνολντ Σένμπεργκ. Θεωρείται ότι η όπερα αυτή σηματοδοτεί την απομάκρυνση από τη συμβατική αρμονία και την τονικότητα, που θα οδηγούσαν τελικά την κλασσική μουσική προς την ατονική μουσική του 20ού αιώνα.[1]



N.C. Wyeth-Illustration from page 130 of The Boy's King Arthur: Tristram and Isolde - "'Oh, gentle knight,' said la Belle Isolde, 'full woe am I of thy departing'"

Για τη σύνθεση του έργου, ο Βάγκνερ εμπνεύστηκε από τη σχέση του με την Ματίλντε Βέσεντονγκ, καθώς και από τη φιλοσοφία του Αρθούρου Σοπενάουερ. Έχει ευρέως αναγνωριστεί ως ένα από τα κορυφαία μελοδραματικά έργα του ρεπερτορίου, και εξέχει για την εντατική χρήση μουσικών χρωμάτων, τονικότητας, ορχηστρικών χρωμάτων και αρμονικής καθυστέρησης με χρήση μη συγχορδιακών φθόγγων.


Χαρακτήρες
Ο Τριστάνος, ιππότης (τενόρος)
Η Ιζόλδη, πριγκίπισσα (σοπράνο)
Η Μπρανγκαίνε, καμαριέρα της Ιζόλδης (σοπράνο)
Ο Κούρβεναλ, ακόλουθος του Τρίσταν (βαρύτονος)
Ο Μάρκος, Βασιλιάς της Κορνουάλης (βαθύφωνος)
Ο Μέλοτ, ακόλουθος του βασιλιά και φίλος του Τριστάνου (τενόρος)
ένας βοσκός (τενόρος)
ένας καπετάνιος (βαρύτονος)
ένας ναύτης (τενόρος)
ναύτες, ιππότες, στρατιώτες
Πλοκή

Η Ιζόλδη του Aubrey Beardsley, 1895. Απεικόνιση της τραγικής ηρωίδας που πίνει τη φίλτρο του έρωτα για το περιοδικό όπεραςThe Studio magazine.


Ο μύθος του Τριστάνου και της Ιζόλδης είναι πιθανότατα κέλτικης καταγωγής και υπήρξε προϊόν επεξεργασίας των τροβαδούρων του 12ου και 13ου αιώνα Μπερούλκαι Τομάς. Ο τελευταίος συνέθεσε μια διασκευή του μύθου, περίπου το 1170, στην οποία βασίστηκε μεταγενέστερα ο Γερμανός ποιητής Γκότφρηντ φον Στράσμπουργκ (Gottfried von Straßburg). Ανασύνθεση του έπους αυτού επιχείρησε και ο Ιωσήφ Μπετιέ το 1900. Για τη σύνθεση του λιμπρέτου της όπερας, ο Βάγκνερ στηρίχθηκε στην εκδοχή του Στράσμπουργκ. Το έργο μεταφράσθηκε στην ελληνική από τον Νίκο Βεντήρη.


Η πριγκίπισσα Ιζόλδη και η καμαριέρα της, η Μπρανγκαίνη, είναι ζωντανά λάφυρα στο σκάφος του Τρίσταν από την εκστρατεία εναντίον των Ιρλανδών, στο όνομα του βασιλιά Μάρκου της Αγγλίας. Η αποστολή του ήταν να πάρει εκδίκηση για την επίθεση που στο παρελθόν είχαν πραγματοποιήσει οι Ιρλανδοί, να τους νικήσει, και αφού κλείσει ειρήνη μαζί τους, να αρπάξει την πριγκίπισσα και να του την φέρει στην Κορνουάλη για να την παντρευτεί.
Πράξη 1η

Το πλοίο πλέει στα ανοιχτά. Έρχεται από την Ιρλανδία και έχει προορισμό του την Αγγλία. Η Ιζόλδη είναι κάθε άλλο παρά ευτυχισμένη. Πλησιάζοντας την ακτή της Αγγλίας η Ιζόλδη όλο και δέχεται τα τραγούδια των μούτσων του καραβιού που περιγελαστικά την αποκαλούν «το τρελό κορίτσι της Ιρλανδίας».

Ο θυμός και η απόγνωση για το αδιέξοδο της κατάστασής της την κάνουν να στείλει την καμαριέρα της στον Τρίσταν, ο οποίος βρίσκεται στο κατάστρωμα, και να του μεταφέρει να έρθει οπωσδήποτε να δει την Ιζόλδη. Ο τόνος της είναι περιφρονητικός, οργισμένος και γι' αυτό πολύ προστακτικός και τελεσίδικος. Η Μπρανκαίνη χωρίς να καταλαβαίνει τι διαδραματίζεται, αναζητά τον Τρίσταν, ο οποίος με φιλικό αλλά και αδιάφορο τόνο της απαντά πως αυτό δεν γίνεται, γιατί πρέπει να προσέχει στο τιμόνι. Ο ακόλουθος του, ο Κούρβεναλ, βάζει την Μπρανκαίνη στην θέση της πολύ απότομα, ενώ την διώχνει από το κατάστρωμα και οι ναύτες του καραβιού την περιγελούν φωναχτά. Η Μπρανκαίνη επιστρέφει στην πριγκίπισσα, η οποία τότε της εξιστορεί όλη την αλήθεια. Ο Τρίσταν είχε λάβει και παλιότερα μέρος σε μάχες εναντίον των Ιρλανδών. Σε μια από αυτές μάλιστα είχε σκοτώσει και τον αρραβωνιαστικό της, τον πρίγκηπα Μόρολντ. Στην τελευταία μάχη όμως ο Τρίσταν είχε πληγωθεί από ένα δηλητηριασμένο βέλος. Επειδή η πληγή δεν έκλεινε, πήγε κρυφά και μόνος του με μια βάρκα στην Ιζόλδη, η οποία γνώριζε από ιαματικά βότανα, για να τον γιατρέψει. Η Ιζόλδη τον βρήκε αναίσθητο και ετοιμοθάνατο μέσα στη βάρκα και τον μετέφερε στην καλύβα της όπου τον γιάτρεψε. Την ώρα όμως που τον φρόντιζε, αν και εκείνος είχε δώσει ψεύτικο όνομα (Τάντρις) αυτή τον αναγνώρισε από ένα κομμάτι του σπασμένου σπαθιού του Μόρολντ, που ακόμα ήταν σφηνωμένο στο κορμί του. Η Ιζόλδη ήθελε να τον σκοτώσει με το σπαθί του Μόρολντ, αλλά ο Τρίσταν λαβωμένος όπως ήταν, την κοίταξε στα μάτια, και γιαυτό τελικά τον λυπήθηκε έτσι βαριά τραυματισμένος που ήταν και τον άφησε να ζήσει χωρίς όμως να τον συγχωρέσει. Ο Τρίσταν ανάρρωσε και έφυγε, ωστόσο στη συνέχεια επέστρεψε και την έκλεψε, βάζοντας την στο καράβι. Από τότε την αποφεύγει συστηματικά, ή από τύψεις ή από ντροπή.

Με τα λόγια αυτά η Ιζόλδη υπόσχεται εκδίκηση και θέλει να πεθάνει από δηλητήριο και προστάζει την Μπρανγκαίνε να της το βάλει στο ποτήρι. Εκείνη την στιγμή παρουσιάζεται ο Κούρβεναλ και αναγγέλλει, ότι ο Τρίσταν δέχεται να δει την Ιζόλδη. Ο Τρίσταν παρουσιάζεται και λογομαχεί με την Ιζόλδη, ώσπου αυτή τον κατηγορεί, ότι δεν έχει συμφιλιωθεί μαζί της, αφού την στιγμή που οι Ιρλανδοί με τους Άγγλους υπέγραφαν ειρήνη, αυτός ήταν ξαπλωμένος βαριά τραυματισμένος στο έλεος της. Τα λόγια της τον θίγουν, τόσο που τον αναγκάζουν να δεχτεί τους όρους της. Για να επέλθει ειρήνη και να ξεχαστούν τα παλιά πρέπει να πιουν και οι δυο από το ίδιο ποτήρι.

Η Ιζόλδη κάνει νόημα στην Μπρανγκαίνε να φέρει το δηλητήριο. Η Μπρανγκαίνε, τρομαγμένη στην ιδέα ότι θα σκότωνε την πριγκίπισσα, αντί δηλητηρίου χρησιμοποίησε ένα άλλο μπουκάλι, που κατά τύχη περιείχε φίλτρο του έρωτα, και το έδωσε στην Ιζόλδη. Η Ιζόλδη, νομίζοντας ότι θα πεθάνει, άρχισε αμέσως να πίνει από το ποτήρι, ενώ ο Τρίσταν, που ήταν ακόμα θιγμένος, της το αρπάζει από το χέρι και πίνει το υπόλοιπο φίλτρο. Εκείνη την στιγμή νοιώθουν και οι δυο τους την επίδραση του μαγικού υγρού. Ένα δυνατό συναίσθημα τους διαπερνάει.

Χωρίς να καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, το καράβι φτάνει στο λιμάνι, οι ναύτες κατεβαίνουν και χαιρετούν τον βασιλιά στον οποίο με τιμές και τραγούδια παραδίδουν νύφη και πρίγκηπα.
Πράξη 2η

Τρίσταν και Ιζόλδητου Ferdinand Leeke.

Είναι νύχτα. Ο βασιλιάς Μάρκος έχει φύγει μαζί με όλη την ακολουθία για κυνήγι. Η Ιζόλδη και η καμαριέρα της έχουν μείνει μόνες τους στο παλάτι. Η Ιζόλδη έχει βγει στον κήπο και περιμένει τον Τρίσταν να γυρίσει κρυφά, όπως είχαν συνεννοηθεί. Η Μπρανγκαίνη προειδοποιεί την Ιζόλδη ότι αυτά που κάνει είναι επικίνδυνα πράγματα, γιατί ο φίλος του Τρίσταν, ο Μέλοτ, υποψιάζεται το πάθος τους και γι' αυτό τους παρακολουθεί για να τους μαρτυρήσει στον βασιλιά. Η Ιζόλδη αψηφά τα λόγια της και δίνει το σύνθημα στον Τρίσταν που περιμένει. Σβήνει τον φανό για να σκοτεινιάσει καθώς ο Τρίσταν καταφθάνει.

Καλλιτέχνης

Giovanni dal Ponte

Τίτλος Δύο ζευγάρια - Πάρις και η Ελένη, Τριστάνος ​​και Iseult.
Ημερομηνία 1410s
Μέσον τέμπερα και χρυσό σε ξύλο
Διαστάσεις 33 × 78 εκατοστά (13 × 30,7 in)

Το παράνομο ζευγάρι, μόνοι τους επιτέλους και απελευθερωμένοι από τους περιορισμούς του παλατιού, δηλώνουν το πάθος τους ο ένας για τον άλλον, φιλοσοφώντας όπως όλοι οι παράφορα ερωτευμένοι. Ο Τρίσταν καταριέται το φως της ημέρας που τους κρατάει χώρια. Μόνο με την προστασία της σκοτεινιάς της νύχτας μπορούν αληθινά να είναι μαζί, και μόνο ο αιώνιος θάνατος θα μπορέσει να τους ενώσει αληθινά και παντοτινά. Η Μπρανκαίνη φοβάται την επιστροφή του βασιλιά και είναι σε εγρήγορση. Κάθε λίγο τους προειδοποιεί ότι κοντεύει να ξημερώσει, αλλά οι εραστές την αγνοούν. Τελικά με τις πρώτες ακτίνες της χαραυγής θα συμβεί το αναπόφευκτο. Ο βασιλιάς γυρίζει, κατόπιν ειδοποίησης του Μέλοτ, και βρίσκει τον Τρίσταν και την Ιζόλδη αγκαλιασμένους. Ο Μέλοτ αμέσως καυχιέται στον βασιλιά ότι του έσωσε την τιμή και επιδεικνύοντας του το απαγορευμένο ζευγάρι, ότι τον προφύλαξε από την ντροπή. Ο βασιλιάς Μάρκος, ο οποίος αντιμετώπιζε τον Τρίσταν σαν παιδί του, είναι πολύ απογοητευμένος από την «προδοσία» του. Αν και είναι βαθιά απαρηγόρητος για την οφθαλμοφανή πράξη του Τρίσταν, δεν θα τον τιμωρήσει. Αντιδρά στα λόγια του Μέλοτ λέγοντάς του ότι με το περιστατικό αυτό, αντίθετα, τον πλήγωσε πάρα πολύ, γιατί ο Τρίσταν είναι ο πιο αξιότιμος ιππότης και αγαπημένο υιοθετημένο του παιδί. Απευθύνει τον λόγο στον Τρίσταν λέγοντας του ότι είναι τρομερά λυπημένος γιαυτό πού έγινε. Χωρίς να κάνει καμιά εκδικητική ή άλλη κίνηση τον ρωτάει γιατί το έκανε αυτό;

N.C. Wyeth-Illustration from page 190 of The Boy's King Arthur: "King Mark slew the noble knight Sir Tristram as he sat harping before his lady la Belle Isolde."

Ο Τρίσταν, αντί να απαντήσει και μάλλον έτοιμος να αυτοκτονήσει, ρωτά την Ιζόλδη εάν θα τον ακολουθήσει στα σκοτάδια της αιώνιας νύχτας, και αυτή του το επιβεβαιώνει. Ο Τρίσταν παίρνει την Ιζόλδη από το χέρι και οι δυο ετοιμάζονται να φύγουν μόνοι τους και να εγκαταλείψουν το παλάτι. Ο Μέλοτ προσβάλει τον Τρίσταν, οπότε και ο Τρίσταν αποκαλύπτει τα αληθινά κίνητρα του Μέλοτ -- είναι και αυτός ερωτευμένος με την Ιζόλδη και γιαυτό τον πρόδωσε, για να τον βγάλει από την μέση. Ξεσπάει μια άγρια ξιφομαχία μεταξύ τους, κατά την οποία ο Μέλοτ θα πληγώσει θανάσιμα τον Τρίσταν.
Πράξη 3η
Βρισκόμαστε στον πύργο Κάρεολ της Βρετάνης, την πατρίδα του Τρίσταν.

Ο Κούρβεναλ φυγάδευσε τον βαριά λαβωμένο Τρίσταν και τον έχει μεταφέρει στο κάστρο του στην Βρετάνη. Ο Τρίσταν είναι σε κώμα ετοιμοθάνατος και δεν έχει δείξει κανένα σημείο ζωής από τότε που τραυματίστηκε. Επειδή η πληγή του δεν κλείνει, ο Κούρβεναλ ειδοποίησε την Ιζόλδη να έρθει, προκειμένου να τον γιατρέψει, καθώς η ίδια γνωρίζει από ιαματικά βότανα. Ο Κούρβεναλ είναι μέρα νύχτα στο προσκέφαλο του Τρίσταν, ενώ ένας μικρός τσοπάνος έξω κρατάει βάρδια για να ανακοινώσει τον ερχομό της Ιζόλδης.

Ο Τρίσταν κάποια στιγμή επανέρχεται στην ζωή. Μέσα στο παραλήρημα του ζητάει να δει την Ιζόλδη. Αναπολεί την παιδική του ζωή, κατά την οποία δεν γνώρισε αγάπη και οικογενειακή θαλπωρή. Ο πατέρας του είχε πεθάνει χωρίς να δει το παιδί του, ενώ η μητέρα του πέθανε λεχώνα. Το φίλτρο που είχε πιει συνεχίζει την επίδραση του και μάλιστα όλο και περισσότερο, κάνοντάς τον να έχει μια σκέψη μόνο στο μυαλό. Ο πόθος του για την Ιζόλδη που λείπει είναι τόσο έντονος που τον σκοτώνει, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος αυτός ο πόθος του για να την ξαναδεί τον κρατάει στην ζωή. Καταριέται τη μοίρα του που δεν τον αφήνει να πεθάνει, αλλά τον κρατάει σε αυτή την κατάσταση να ταλαντεύεται μεταξύ ζωής και θανάτου. Η μορφή της Ιζόλδης έχει πάρει στο μεταξύ τέτοιες διαστάσεις, που είναι σχεδόν απτή αν και απούσα. Ο Κούρβεναλ για να τον παρηγορήσει του λέει ότι η Ιζόλδη έρχεται να τον δει. Ο Τρίσταν νομίζει ότι η Ιζόλδη είναι ήδη κοντά του και ζητάει όλο και πιο επίμονα να την δει, νομίζοντας ότι κάποιος την εμποδίζει. Ο Κούρβεναλ βρίσκεται σε αφόρητο αδιέξοδο.

Ξαφνικά ο μικρός τσοπάνος ανακοινώνει την άφιξη ενός πλοίου. Μέσα του είναι η Ιζόλδη, η οποία ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Κούρβεναλ και τρέχει να δει τον λαβωμένο Τρίσταν. Εκείνος μαθαίνει για την άφιξή της και σηκώνεται να την προϋπαντήσει. Στη συνάντηση που ακολουθεί, ο Τρίσταν ξεψυχάει στην αγκαλιά της Ιζόλδης με το όνομά της στα χείλη του. Η Ιζόλδη προσπαθεί μάταια να τον επαναφέρει στην ζωή. Είναι απαρηγόρητη αφού δεν μπορεί να φανταστεί την ζωή της χωρίς τον αγαπημένο της.

Ένα δεύτερο πλοίο παρουσιάζεται στον ορίζοντα. Μέσα είναι η Μπρανκαίνη, ο βασιλιάς Μάρκος, ο Μέλοτ και αρκετοί στρατιώτες. Φτάνοντας στο λιμάνι οι στρατιώτες ορμούν στον πύργο. Ο Κούρβεναλ ενεργοποιεί τη στρατιά του νεκρού Τρίσταν και ακολουθεί μια αιματηρή μάχη. Ο Κούρβεναλ εκδικείται τον Τρίσταν σκοτώνοντας τον Μέλοτ, πριν πεθάνει και αυτός. Μόνος μένει ο βασιλιάς μέσα στο πεδίο της μάχης. Πλησιάζει τον νεκρό Τρίσταν, τον θρηνεί σαν παιδί του, του ζητά συγγνώμη και του λέει ότι έδωσε την συγκατάθεσή του και ήρθε να τους στεφανώσει, αφού η Μπρανγκαίνε του είχε προηγουμένως διηγηθεί όλη την ιστορία, ότι δηλαδή η παράνομη σχέση δεν ήταν δείγμα απιστίας, αλλά προϊόν της επίδρασης του φίλτρου που είχαν πιει. Γι' αυτό και εκείνος είχε αφήσει την Ιζόλδη να φύγει μόνη της ώστε να έρθει γρήγορα στο πλευρό του. Τώρα όμως είναι πολύ αργά -- το αποτέλεσμα, ένα φριχτό πεδίο μάχης. Ο βασιλέας θρηνεί.

Περιγραφή Ο θάνατος του Τριστάνου ​​και Ιζόλδη, μικρογραφία του XV αιώνα
Mort de Tristan et Iseut, enluminure de Tristan de Léonois, Γαλλία, Ahun, XVe siècle, BNF, Fr.116, f.676v Ημερομηνία 15γ

Η Ιζόλδη ξεψυχά και αυτή στην αγκαλιά του ήδη νεκρού αγαπημένου της. Με τα τελευταία λόγια της εξυμνεί την αγάπη και την αιώνια αφοσίωση.








Η Πρεμιέρα

Οι πρωταγωνιστές Τριστάνος και Ιζόλδη στην πρεμιέρα της όπερας το 1865.

Το Τριστάνος και Ιζόλδη είναι μια από τις πιο απαιτητικές και γιαυτό δυσκολότερες όπερες. Αν και το Παρίσι ήταν το κέντρο του κόσμου της όπερας στα μέσα του 19ου αιώνα, εξαιτίας της άσχημης προγενέστερης εμπειρίας του Βάγκνερ με την πρεμιέρα του Τανχόυζερ στο Παρίσι το 1861, πρόθεσή του ήταν να ανεβάσει το έργο στην όπερα της Καρλσρούης. Κατά την διάρκεια της διαμονής του στηΒιέννη, η όπερα της Βιέννης του πρότεινε να γίνει εκεί η πρεμιέρα. Παρ' όλες τις εντατικές πρόβες, από το 1862 μέχρι και το 1864, η όπερα δεν έφτασε σε ικανοποιητικό επίπεδο και για αυτό θεωρήθηκε αδύνατο να εκτελεστεί.

Με την οικονομική υποστήριξη του βασιλιά Λουδοβίκου Β' της Βαυαρίας στάθηκε δυνατό να χρηματοδοτηθεί η παράσταση και να συνεχιστούν οι πρόβες. Ως διευθυντής της ορχήστρας, επιλέχθηκε ο Χανς φον Μπούλο, για την πρεμιέρα που στο μεταξύ είχε προοριστεί για την όπερα του Μονάχου. Αναβλήθηκε όμως για ένα μήνα επειδή η πρωταγωνίστρια Ιζόλδη είχε πάθει βράχνιασμα. Η πρεμιέρα τελικά πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιουνίου του 1865. Τρεις εβδομάδες μετά από την τέταρτη παράσταση, πέθανε ξαφνικά ο πρωταγωνιστής Ludwig Schnorr von Carolsfeld, γεγονός που οδήγησε σε φημολογία, σύμφωνα με την οποία οι υπερβολικές απαιτήσεις του ρόλου είχαν συμβάλει στο θάνατό του.
Σημασία και επιρροή στην μετέπειτα κλασσική μουσική

Η μουσική της όπερας Τριστάνος και Ιζόλδη θεωρείται ορόσημο στην ανάπτυξη της δυτικής μουσικής.[2] Ο Βάγκνερ χρησιμοποιεί πολλά ορχηστρικά χρώματα, αρμονίες και πολυφωνικούς σχηματισμούς και δημιουργεί έτσι μια ελευθερία που σπάνια βρίσκεται σε προηγούμενες όπερες του. Η αρχή του κομματιού, γνωστή ως «συγχορδία του Τριστάνου», έχει μεγάλη σημασία στην εξέλιξη από την παραδοσιακή τονική αρμονία διότι περιλαμβάνει όχι μία αλλά δύο διαφωνίες:[3]

Ηχογράφηση των πρώτων μέτρων (αρχείο Ogg Vorbis)
(αρχείο MIDI file)
Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Borchmeyer, Dieter (2003), Drama and the World of Richard Wagner, Princeton University Press. ISBN 978-0-691-11497-2
Brown, Jonathan (2000). Tristan Und Isolde on Record. Westport, CT: Greenwood Press. ISBN 0313314896.
Gutman, Robert W. (1990), Wagner - The Man, His Mind and His Music, Harvest Books. ISBN 978-0-15-677615-8
Magee, Bryan (2001), The Tristan Chord: Wagner and Philosophy, Metropolitan Books. ISBN 978-0-8050-7189-4
Millington, Barry (Ed.) (1992). The Wagner Compendium: A Guide to Wagner's Life and Music. Thames and Hudson Ltd., London. ISBN 0-02-871359-1
Scruton, Roger (2004), Death-Devoted Heart: Sex and the Sacred in Wagner's Tristan and Isolde. Oxford University Press ISBN 0-19-516691-4
Wagner, Richard; Andrew Porter (trans.) (1981). Tristan and Isolde. London: J. Calder. ISBN 0-7145-3849-3. Includes libretto, English translation and commentaries.
Ενδεικτική δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν ηχογραφεί πολυάριθμες εκτελέσεις της όπερας. Ακολουθεί ενδεικτικός κατάλογος[4]:
Καρλ Έλμεντορφ, διευθύνοντας την ορχήστρα του Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ, με πρωταγωνιστές τους Nanny Larsen-Todsen και Gunnar Graarud, 1928 (Columbia Records, mono, επανέκδοση 2003 Naxos)[5]
Φριτς Ράινερ, διευθύνοντας την ορχήστρα του Θεάτρου Κόβεντ (Covent Garden), με πρωταγωνιστές τους Kirsten Flagstad και Lauritz Melchior, 1936 (Naxos and VAI, mono)
Thomas Beecham διευθύνοντας τη χορωδία του Θεάτρου Κόβεντ (Covent Garden) με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, με πρωταγωνιστές τους Kirsten Flagstad και Lauritz Melchior, 1937 (Archipel, mono)
Erich Leinsdorf, διευθύνοντας τη Metropolitan Opera, με πρωταγωνιστές τους Lauritz Melchior και Helen Traubel, 1943 (Naxos, mono)
Erich Kleiber, διευθύνοντας την Ορχήστρα του Μπουένος Άιρες, με πρωταγωνιστές τους Kirsten Flagstad και Set Svanholm, 1948 (Myto, mono)
Hans Knappertsbusch, διευθύνοντας την Κρατική Ορχήστρα της Βαυαρίας, με πρωταγωνιστές τους Helena Braun και Gunther Treptow, 1950 (Orfeo, mono)
Victor de Sabata, διευθύνοντας την ορχήστρα της Σκάλας του Μιλάνου, με πρωταγωνιστές τους Gertrude Grob-Prandl και Max Lorenz, 1951 (Archipel, mono)[6]
Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, διευθύνοντας την ορχήστρα του Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ, με πρωταγωνιστές τους Martha Mödl και Ramón Vinay, 1952 (κυκλοφορία διαφορετικών εταιριών, mono)[7]
Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ, διευθύνοντας τη Philharmonia Orchestra και τη χορωδία του Covent Garden, με πρωταγωνιστές τους Kirsten Flagstad και Ludwig Suthaus, 1953 (EMI, mono).[8]
Καρλ Μπεμ, διευθύνοντας διευθύνοντας την ορχήστρα του Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ, με πρωταγωνιστές τους Birgit Nilsson και Wolfgang Windgassen, 1966 (Deutsche Grammophon, stereo)
Χορστ Στάιν, διευθύνοντας τη Buenos Aires Teatro Colon Orchestra, με πρωταγωνιστές τους Birgit Nilsson και Jon Vickers, 1971 (VAI, stereo)
Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, διευθύνοντας τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, με πρωταγωνιστές τους Helga Dernesch και Jon Vickers, 1972 (EMI, stereo)
Reginald Goodall, διευθύνοντας την ορχήστρα της Όπερας της Ουαλίας, με πρωταγωνιστές τους Λίντα Έσθερ Γκρέι και Τζον Μίτσινσον, 1980-1 (Decca, stereo)
Carlos Kleiber, διευθύνοντας τη Staatskapelle της Δρέσδης, με πρωταγωνιστές τους Μάργκαρετ Πράις και René Kollo, 1982 (Deutsche Grammophon, stereo)
Ντανιέλ Μπαρενμπόιμ, διευθύνοντας τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, με πρωταγωνιστές τους Waltraud Meier και Siegfried Jerusalem, 1994 (Teldec, stereo)
Christian Thielemann, διευθύνοντας την Κρατική Όπερα της Βιέννης, με πρωταγωνιστές τους Deborah Voigt και Thomas Moser, 2003 (Deutsche Grammophon, stereo)
Antonio Pappano, διευθύνοντας την ορχήστρα της Royal Opera House, με πρωταγωνιστές τους Nina Stemme και Πλάθιντο Ντομίνγκο, 2005 (EMI, stereo)
Video[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Tristan und Isolde Conductor: Pierre Boulez. Soloists: Wolfgang Windgassen; Birgit Nilsson; Chorus and Orchestra of the Osaka Festival. Recorded [on black and white film], Osaka, 10 April 1967. Production was directed by Wieland Wagner.
Tristan und Isolde Conductor: Karl Böhm. Soloists: Jon Vickers; Birgit Nilsson. New Philharmonia Chorus; ORTF Orchestra. Théâtre Antique, Orange, France, 7 July 1973. This is a highly valued video recording due to its excellent performance despite some technical problems (as of 2005-11-21). DVD: Hardy Classic Video HCD 40009 (2 DVDs) (2003) is a good print
Tristan und Isolde Conductor: Daniel Barenboim, Orchester der Bayreuther Festspiele, Staged and Directed by: Jean-Pierre Ponnelle, Soloists: René Kollo, Johanna Meier, Matti Salminen, Hermann Becht, Hanna Schwarz, Unitel 1983, Laserdisc Philips 070-509-1
DVD[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Wagner, Richard - Tristan & Isolde, Bayrische Staatsoper, Ζούμπιν Μέτα, Τζον Φρέντρικ Γουέστ, Βάλτραουντ Μάγιερ, Κουρτ Μολλ, Marjana Lipovsek, Bayrisches Staatsorchester, έκδοση 2000, EAN 4-006680-100562, Σελίδα IMDb

Wagner, Richard - Tristan & Isolde, Bayreuther Festspiele, Daniel Barenboim, Hannah Schwarz, René Kollo, Johanna Meier, έκδοση 2007, EAN 0-044007-343210

Ρίχαρντ Βάγκνερ



Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ

Ο Βίλχελμ Ρίχαρντ Βάγκνερ (γερμ. Wilhelm Richard Wagner) γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1813 στη Λειψία και πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 1883 στη Βενετία της Ιταλίας. Ήταν πρωτοποριακός Γερμανός ρομαντικός συνθέτης, ποιητής και μουσικολόγος του 19ου αιώνα.


Βιογραφικά Στοιχεία
Παιδικά και νεανικά χρόνια

O συνθέτης γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1813 στη Λειψία και ήταν το ένατο παιδί ενός γραφέα της Αστυνομίας, του Καρλ Φρίντριχ Βάγκνερ (Carl Friedrich Wagner) και της Γιοχάννα Ροσίνε Βάγκνερ, κόρης αρτοποιού. Έξι μήνες μετά τη γέννησή του, στις 23 Νοεμβρίου 1813, πεθαίνει ο πατέρας του από τύφο. Τον Αύγουστο του 1814 η μητέρα του ξαναπαντρεύεται τον ηθοποιό, ζωγράφο και ποιητή Λούντβιχ Γκάιερ (Ludwig Geyer), που θα νοιαστεί για τα παιδιά και τον οποίο ο Βάγκνερ θα εκτιμήσει πολύ. Εικασίες ότι ο Γκάιερ ήταν και ο πραγματικός πατέρας του Ρίχαρντ Βάγκνερ ούτε επιβεβαιώθηκαν, αλλά ούτε και διαψεύστηκαν. Φήμες ότι ο Γκάιερ ήταν Εβραίος, που ίσως πίστευε και ο ίδιος ο Βάγκνερ, σήμερα έχουν αποδειχτεί καθαρά λανθασμένες. Το 1814, η οικογένεια θα μετακομίσει στη Δρέσδη. Στις 16 Φεβρουαρίου θα γεννηθεί η ετεροθαλής αδερφή του Βάγκνερ Σεσίλια (Cäcilie).

Το 1817 ο Βάγκνερ πηγαίνει σχολείο. Δύο χρόνια αργότερα ο θετός του πατέρας αρρωσταίνει και τελικά πεθαίνει στις 30 Σεπτεμβρίου 1821. Ο θείος του Κάρολος Γκάιερ (Karl Geyer) θα αναλάβει την ανατροφή. Το 1822 ο Βάγκνερ φοιτά στη Σχολή Κρόυτς (Kreuzschule) της Δρέσδης με το όνομα Βίλχελμ Ρίχαρντ Γκάιερ (Wilhelm Richard Geyer). To 1826 η οικογένεια θα μετακομίσει στην Πράγα. Ο Βάγκνερ θα παραμείνει στη Δρέσδη, όμως επισκέφθηκε την οικογένεια, την πρώτη φορά το 1826, το 1827 για δεύτερη φορά. Από τα Χριστούγεννα του 1827 θα μετακομίσει στον τόπο καταγωγής της οικογένειας, τη Λειψία, όπου και θα φοιτήσει υπό το όνομα Βάγκνερ στη Σχολή Νικολάϊ (Nikolaischule) και στη Σχολή Τόμας (Thomasschule) και θα επηρεαστεί από τον θείο του, τον Αδόλφο Βάγκνερ. Πρώτος του μουσικοδιδάσκαλος ήταν ο Γκότλιμπ Μύλλερ και πρώτο του έργο μια εισαγωγή που εκτελέστηκε στο θέατρο της Λειψίας το 1830. Ο Βάγκνερ διάβαζε Σαίξπηρ και τους ρομαντικούς, όπως τον ποιητή Ε.Τ.Α. Χόφμαν (E.T.A. Hoffmann). Στα 16 του θα ακούσει τη σοπράνο Βιλελμίνε Σρέντερ-Ντέβριεντ (Wilhelmine Schröder-Devrient) στον Φιντέλιο του Μπετόβεν. Από εκείνη τη στιγμή ήξερε ότι ήθελε να γίνει μουσικός και συνέθεσε σύντομα τις πρώτες του σονάτες, ένα κουαρτέτο για βιολιά και την ατελή προσπάθεια όπερας Ο Γάμος (Die Hochzeit). Από το 1831 θα σπουδάσει μουσική στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Παράλληλα έπαιρνε μαθήματα σύνθεσης από τον διευθυντή της χορωδίας της Λειψίας Κρίστιαν Τέοντορ Βάινλιγκ (Christian Theodor Weinlig), στον οποίο και θα αφιερώσει το πρώτο του έργο (Σονάτα για Πιάνο σε σι ύφεση μείζονα). Το 1832 θα συνθέσει τη «Συμφωνία σε ντο μείζονα» και ταξιδεύει για τρίτη φορά στην Πράγα.

Ήταν μέλος της φοιτητικής ένωσης "Corps Saxonia Leipzig", από την οποία τελικώς θα αποκλειστεί, αφού επανειλημμένα θα καταχραστεί τη σύνταξη της μητέρας του λόγω της δυσχερούς του οικονομικής κατάστασης. Το σχόλιό του για τον αποκλεισμό ήταν «Εγώ είμαι μια μεγαλοφυΐα! Για μένα μετράνε άλλες αξίες!».

Το 1833 θα εντυπωσιαστεί μέσω του συγγραφέα και εκδότη Χάινριχ Λάουμπε (Heinrich Laube) από τις ιδέες μιας επαναστατικής λογοτεχνικής κίνησης, της «Νέας Γερμανίας». Παράλληλα, θα ξεκινήσει τη σύνθεση της όπερας Οι Νεράιδες. Στην εφημερίδα του Λάουμπε θα γράψει ένα άρθρο με τον τίτλο «Η Γερμανική Όπερα» και θα επισκεφθεί για τέταρτη φορά τη Βοημία. Ως μουσικός διευθυντής της θερινής σεζόν στο Μπαντ Λάουχστεντ (Bad Lauchstädt) και του θεάτρου στο Μαγδεβούργο(Magdenburg) θα γνωρίσει την ηθοποιό Μίνα Πλάνερ (Minna Planer).
Τα υπόλοιπα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταραχώδης ζωή του τον οδήγησε από τη Λειψία στη Ρίγα, στο Παρίσι, στη Δρέσδη, στη Ζυρίχη, στο Μπίμπριχ (κοντά στον ποταμό Μάιντς), στη Βιέννη, στη Λίμνη Στάρνμπεργκ, στο Μόναχο, στη Λουκέρνη, στο Μπαϊρόιτ, παραλείποντας άλλα μέρη βραχυπρόθεσμης παραμονής του. Οι συχνές αυτές μετακινήσεις του οφείλονταν στη δίωξη του από δανειστές του ή από εξοργισμένες κυβερνήσεις. Συχνά επίσης καταχράστηκε χρήματα από τις συζύγους των φίλων του ως αυτονόητο τίμημα που έπρεπε να καταβάλλουν στη μεγαλοφυΐα του.

Ο Βάγκνερ παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη με τη Μίνα Πλάνερ, και τη δεύτερη με την κόρη τού Λιστ, Κόζιμα, η οποία εγκατέλειψε για τον Βάγκνερ τον πρώτο της σύζυγο, τον διάσημο πιανίστα Χανς φον Μπύλοφ, ο οποίος ήταν παράλληλα και ένας από τους πλέον αφοσιωμένους οπαδούς του Βάγκνερ. Ο Βάγκνερ ήταναντισημίτης και ξενόφοβος και τα χαοτικά φυλλάδιά του ενθουσίασαν, κατά τον 20ο αιώνα, τον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος είχε δηλώσει ότι τα έργα του Βάγκνερ είναι τα πλέον κατάλληλα ακούσματα για τα αυτιά των γνήσιων Γερμανών. Παρ’ όλα αυτά, οι τελευταίες δέκα από τις δεκατρείς όπερές του κατέχουν εξέχουσα θέση στο διεθνές ρεπερτόριο της Όπερας. Πρόκειται για πραγματικά αριστουργήματα, που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας της μουσικής.

Ο Βάγκνερ μεταμόρφωσε την όπερα σε «μουσικό δράμα» (Musikdrama): σε ένα ιδανικό μείγμα μουσικής, ποίησης, χορού και οπτικής απόλαυσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Βάγκνερ διαφωνούσε έντονα με το χαρακτηρισμό των έργων του ως «μουσικών δραμάτων», διότι πίστευε πως ο χαρακτηρισμός αυτός δεν απέδιδε την ουσία του συνθετικού του έργου. Για αυτόν «η μουσική είναι μία τέχνη ομιλούσα και δρώσα, ενώ η μουσική μορφή είναι μια μορφή έκφρασης, μια διατύπωση. Μια διατύπωση, όμως, είναι ολοκληρωμένη όταν είναι σε τέτοιο βαθμό προσφυής ως προς το περιεχόμενο που εκφράζει, ώστε η ίδια να παραμένει απαρατήρητη. Η μουσική μορφή είναι ένα μέσο που αφομοιώνεται στη λειτουργία την οποία εκτελεί χωρίς να αποκτά αυτόνομη ύπαρξη και σημασία.»[1] Σημαντική θέση στην επαναστατική σύλληψη ενός τέτοιου συνδυασμού μουσικής και δραματουργίας κατέχει η συστηματική χρήση αυτού που αποκαλούμε καθοδηγητικό μοτίβο, ή αλλιώς "leit motiv". Η χρήση του καθοδηγητικού μοτίβου (που έφθασε στο απόγειό της στον κύκλο Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν) συνίσταται στην αξιοποίηση ενός μοτίβου ή μουσικού θέματος ως «εκπρόσωπου» για κάθε ήρωα, αντικείμενο ή βασική ιδέα του έργου (ή πολλών έργων στην περίπτωση του Δαχτυλιδιού). Το μοτίβο αυτό εμφανίζεται δεκτικό αλλοιώσεων, επεξεργασίας ή και συνδυασμού με άλλα μοτίβα, ανάλογα με τις δραματουργικές ανάγκες του έργου. Ο Βάγκνερ διεύρυνε τους ορίζοντες του αρμονικού συμβάντος της εποχής του και τα τελευταία χρόνια της ζωής του χαρακτηρίζονται από μουσικό πλούτο και περιπλοκότητα. Προετοίμασαν δε το έδαφος για πολλές από τις μουσικές εξελίξεις του επόμενου αιώνα. Άλλη σημαντική προσφορά του Βάγκνερ ήταν η πρωτοβουλία του (και η καθοριστική συμβολή του στη χρηματοδότηση) για την ανέγερση ενός εκπληκτικού θεάτρου, του Festpielhaus στο Μπαϊρόιτ (Βαυαρία) όπου τα έργα του θα μπορούσαν να παρουσιάζονται σε ιδεώδεις για την εποχή συνθήκες.

Πέθανε το 1883, έχοντας ήδη αναγνωριστεί πανευρωπαϊκά ως μουσική μορφή.
Έργα του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο του Βάγκνερ στο Βερολίνο
Μουσικοδραματικά Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι Νεράιδες (1834)
Η Απαγόρευση της Αγάπης (1834–1836)
Ριέντσι (1837–1840)

Τα εξής έργα του διάλεξε να παίζονται συστηματικά στην όπερα του Μπαϊρόιτ:
Ο Ιπτάμενος Ολλανδός (1840–1841)
Ο Τάνχόϊζερ και ο Διαγωνισμός των Τραγουδιστών του Βάρτμπουργκ (1842–1845)
Λόενγκριν (1845–1848)
Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν
Ο Χρυσός του Ρήνου (1851–1854)
Βαλκυρία (1851–1856)
Ζίγκφριντ (1851–1871)
Το Λυκόφως των Θεών (1848–1874)
Τριστάνος και Ιζόλδη (1856–1859)
Ο Αρχιτραγουδιστής της Νυρεμβέργης (1845–1867)
Πάρσιφαλ (1865–1882)

Μνημείο του Βάγκνερ στην Πίρνα
Μουσικά Έργα
Symphonie C-Dur
Symphonie E-Dur (ημιτελής)
Ο Δείπνος των Αποστόλων για χορωδία και ορχήστρα (1843)
Φαντασία για πιάνο (1831)
Τρεις Σονάτες για πιάνο
Σονάτα για πιάνο B-Dur (1831)
Σονάτα για πιάνο A-Dur (1832)
Σονάτα για πιάνο As-Dur (1853)
Το Βαλς της Ζυρίχης για πιάνο (1854)
Ο Κύκλος Τραγουδιών Βέζεντονγκ
Το ειδύλλιο του Ζίγκφριντ για μικρή ορχήστρα (1870)
Το Πρελούδιο του Βασιλιά Έντσιο (1832)
Το Πρελούδιο του Κολόμβου (1835)
Πολωνία, C-Dur (1836)
Rule Britannica, D-Dur (1837)
Ένα Πρελούδιο του Φάουστ, d-moll (1844)
Ankunft bei den schwarzen Schwänen - Albumblatt in As-Dur für Klavier in As-Dur (1861)
Huldigungsmarsch für Ludwig II. von Bayern, Es-Dur (1864)
Αυτοκρατορικό Εμβατήριο, B-Dur (1871)
Μέγα Εορταστικό Εμβατήριο, G-Dur (1876)

Σύμφωνα με τον κατάλογο εγγραφής τα έργα του Βάγκνερ ανέρχονται σε 113.
Συγγράμματα

Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:
Ρίχαρντ Βάγκνερ (γερμανικά)

Ο Βάγκνερ εκτός από τα μουσικά έργα έγραψε πολλά δοκίμια θεωρίας μουσικής, φιλοσοφίας, πολιτικής, διηγήματα κ.ά., μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα:
Τέχνη και Επανάσταση (1849)
Όπερα και Δράμα (1851)
Το εβραϊκό στοιχείο στη Μουσική (1850)
Η Τέχνη στο Μέλλον (1850)
Beethoven: Μία συμβολή στη φιλοσοφία της μουσικής (σε ελλην. έκδοση: μετάφραση Ιωάννης Φούλιας, εισαγωγή-επιμ. Μ. Τσέτσος, εκδ. «Νεφέλη», Αθήνα 2013)
Η Ζωή μου - Αυτοβιογραφία σε 16 τόμους
Βιβλιογραφία

 Wilhelm Richard Wagner, Gesammelte Schriften und Dichtungen, τόμος 5ος, σελ. 187-188
Ντισπό, Λωράν, «Βάγκνερ και πάλι Βάγκνερ [Η σχέση του προς τον Φρ. Νίτσε]». Μετάφρ. Πέτρος Παπαδόπουλος. Διαβάζω 91 (1984), 34-37.

[εμφάνιση]
π • σ • εΡομαντισμός

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%AF%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%BD%CF%84_%CE%92%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BD%CE%B5%CF%81

Παραπομπές

 Millington, Barry (Ed.) (1992). The Wagner Compendium: A Guide to Wagner's Life and Music. Thames and Hudson Ltd., London. ISBN 0-02-871359-1 page 301
 Rose, John Luke in Tristan und Isolde (1981)(Cambridge Opera Handbooks) Cambridge University Press ISBN 0-7145-3849-3, page 15.
Magee, Bryan (2001), The Tristan Chord: Wagner and Philosophy, Metropolitan Books. ISBN 978-0-8050-7189-4 page 208.
Για μια πλήρη καταγραφή, δείτε σχετικά τη δισκογραφία της όπερας.
 Brown, p. 36
 Brown, p. 13
 Brown, p. 16
 Brown, pp. 14-15
Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Τριστάνος και Ιζόλδη (Βάγκνερ)
Το λιμπρέτο (γερμανικά και αγγλικά) και τα καθοδηγητικά μοτίβα
Bilingual side by side German English Libretto Also available in Italian
Wagner Operas. A comprehensive website featuring photographs of productions, recordings, librettos, and sound files.
Richard Wagner - Tristan und Isolde. A gallery of historic postcards with motifs from Richard Wagner's operas.
Recordings of Tristan and Isolde rated. Recordings reviewed by Geoffrey Riggs.
Discography of Tristan und Isolde. List of recordings and videos from 1901 - 2004 by Jonathan Brown.

[απόκρυψη]
πσεΟι όπερες του Ρίχαρντ Βάγκνερ




Ο Ιπτάμενος Ολλανδός (1843) · Ο Τάνχόϊζερ (1845) · Λόενγκριν (1848) · Ο Χρυσός του Ρήνου (1854) ·Βαλκυρία (1856) · Τριστάνος και Ιζόλδη · Οι Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης (1867) · Ζίγκφριντ (1871) · Το Λυκόφως των Θεών (1874) · Πάρσιφαλ (1882)



Ο Γάμος (1832) · Οι Νεράιδες (1833) · Η Απαγόρευση της Αγάπης (1836) · Ρίντσι (1840)



Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Tristan und Isolde της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου