Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Εθνομουσικολογία


Εθνομουσικολογία είναι η επιστήμη που μελετά τη μουσική στα πλαίσια του πολιτισμού και ως πολιτισμό. Οι απαρχές της εθνομουσικολογίας βρίσκονται στα κείμενα των περιηγητών του δεκάτου ογδόου και δεκάτου ενάτου αιώνα, στα οποία συναντάμε περιγραφές των μουσικών του Άλλου που συναντούσαν οι περιηγητές αυτοί στα ταξίδια τους ανά τον κόσμο.

Η εθνομουσικολογία αναπτύσσεται ως επιστήμη με τη μορφή της συγκριτικής μουσικολογίας στον γερμανικό χώρο στις αρχές του εικοστού αιώνα και την έμφασή της στη μουσική διάσταση παράλληλα με την ανάπτυξη διαφόρων εθνικών μουσικολογικών σχολών ανά την Ευρώπη. Θεωρητικομεθοδολογική αντιδιαστολή σημειώνεται το 1950 με το θεμελιώδες σύγγραμμα του Alan Merriam The anthropology of music και την εμφάνιση της αμερικανικής εθνομουσικολογικής σχολής που έχει τις ρίζες της στην ανθρωπολογία.

Η προσέγγιση της αμερικάνικης σχολής, με τον διεπιστημονικό της χαρακτήρα, την έμφαση στην εθνογραφία και την έρευνα πεδίου, αποτελεί την κυρίαρχη σχολή πια στις σύγχρονες έρευνες και δημοσιεύσεις. Η εθνομουσικολογία σήμερα ασχολείται με όλη την γκάμα της μουσικών που μπορεί να συναντήσει κανείς.
Πηγή http://el.wikipedia.org




Ένας κόσμος . . . μετά μουσικής

Μουσικές της γης

Παραδοσιακή μουσική είναι η μουσική ενός λαού, ενός έθνους ή μιας περιοχής η οποία διαδίδεται προφορικά, εξελισσόμενη μέσα από την παραλλαγή μελωδιών δημιουργημένων από τον ίδιο το λαό.

Η επιστήμη που ασχολείται με ό,τι αφορά την παραδοσιακή μουσική των διαφόρων λαών, λέγεται Εθνομουσικολογία.





Χαρακτηριστικά της παραδοσιακής μουσικής


Η μουσική για να θεωρείται παραδοσιακή θα πρέπει:
Να προέρχεται από προφορική παράδοση.
Να χαρακτηρίζεται από πολιτισμική ιδιαιτερότητα.
Να αναφέρεται στον κύκλο της ζωής.




Η παραδοσιακή μουσική εκτός από ενόργανη, στενά συνδεδεμένη με το χορό, είναι και φωνητική.

Τα τραγούδια καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα όσον αφορά τη θεματολογία τους (τραγούδια επικά, αφηγηματικά, σκωπτικά, εργασιακά, της θάλασσας, των αγροτικών εργασιών, του πολέμου, νανουρίσματα, ταχταρίσματα, θρήνοι κ.ά.).

Από τη δεκαετία του 1980 και μετά εμφανίζεται το ρεύμα Έθνικ (Μουσική του Κόσμου-World Music).

Πρόκειται για ένα στυλ που βασίζεται στην παραδοσιακή και λαϊκή μουσική διαφόρων λαών, παίζεται από σύγχρονα και παραδοσιακά μουσικά όργανα με προσμίξεις από σύγχρονους τρόπους μουσικής έκφρασης και νέα μουσικά ιδιώματα.



Το φεστιβάλ WOMAD (World of Music, Arts and Dance) ξεκίνησε στην Αγγλία το 1982 και γίνεται σε διάφορες περιοχές της γης. Κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ, γίνονται συναυλίες, εργαστήρια και δραστηριότητες για παιδιά.

Κατηγορίες μουσικών οργάνων

Ο Γερμανός εθνομουσικολόγος Κουρτ Ζαξ (Curt Sachs) και ο Αυστριακός Έριχ Μόριτς φον Χορνμπόστελ (Erich Moritz von Hornbostel), θέλοντας να ταξινομήσουν όλα τα μουσικά όργανα, δημιούργησαν ένα σύστημα που βασιζόταν στον τρόπο που πάλλεται το κάθε μουσικό όργανο για να παραγάγει ήχο.

Το σύστημα αυτό εξακολουθεί και σήμερα να είναι το πιο ευρέως αποδεκτό σύστημα ταξινόμησης μουσικών οργάνων που χρησιμοποιούν οι οργανολόγοι και οι εθνομουσικολόγοι.

Παλαιότερα συστήματα ταξινόμησης χρονολογούνται από τον 4ο αι. π.Χ.

Οι Κινέζοι ταξινομούσαν τα όργανα ανάλογα με το υλικό κατασκευής τους (πέτρα, ξύλο, μετάξι κ.ά.).

Αργότερα, οι Έλληνες χρησιμοποίησαν ένα παρόμοιο σύστημα για να ταξινομήσουν τα δικά τους μουσικά όργανα.

Στα τέλη του 19ου αι., ο Βέλγος Βίκτορ Μαχιλλόν (Victor Mahillon) υιοθέτησε και βελτίωσε αυτό το σύστημα. Αν και το σύστημά του περιορίστηκε στα όργανα συμφωνικής ορχήστρας της δυτικoευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης, χρησιμοποίησε τις τέσσερις κατηγορίες των εγχόρδων, πνευστών, τονικών και μη τονικών κρουστών.

Επεκτείνοντας το σύστημα του Μαχιλλόν, οι Χορνμπόστελ-Ζαξ, το 1914, κατάφεραν να ταξινομήσουν όλα τα μουσικά όργανα κάθε μουσικού πολιτισμού.






Την ιδέα των Χορνμπόστελ-Ζαξ την είχαν οι Ινδοί από τον 1ο αι. π.Χ. Δημιούργησαν τέσσερεις κύριες κατηγορίες (παλλόμενες χορδές, παλλόμενες στήλες αέρα, κρουστά όργανα φτιαγμένα από ξύλο ή μέταλλο και κρουστά όργανα φτιαγμένα από μεμβράνες δέρματος).

Ένας κόσμος . . . μετά μουσικής
Ταξινόμηση οργάνων σύμφωνα με τους Χορνμπόστελ-Ζαξ
Το σύστημα των Χορνμπόστελ-Ζαξ ταξινόμησε τα μουσικά όργανα στις εξής τέσσερεις κύριες κατηγορίες:

Χορδόφωνα: όργανα στα οποία παράγεται ο ήχος από τεντωμένες χορδές.

Αερόφωνα: όργανα στα οποία οι ήχοι παράγονται από την παλμική κίνηση των μορίων του αέρα, καθώς περνούν μέσα από μια στήλη.

Μεμβρανόφωνα: όργανα τα οποία παράγουν ήχο από την παλμική κίνηση μιας τεντωμένης μεμβράνης.

Ιδιόφωνα: όργανα που παράγουν ήχο από την ελάχιστη παλμική κίνηση του σώματος του ίδιου του οργάνου ή των υλικών που περιέχονται μέσα στο σώμα του οργάνου (π.χ. σπόροι, χαλίκια κ.ά).http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-B113/25/637,761/unit=543










Η εθνικομουσικολογία σήμερα
Δημοσίευση στην Αυγή 26.01.2014
 http://www.avgi.gr/article/1731526/i-ethnikomousikologia-simera

ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΛΛΙΜΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΜΠΑΛΑΝΤΙΝΑ*

Σε λίγες μόνο δεκαετίες, η εθνομουσικολογία διένυσε τεράστια απόσταση, τόσο σε επίπεδο μεθοδολογίας, όσο και θεωρίας. Ενώ οι πρώτοι εκπρόσωποι του πεδίου μελετούσαν γεωγραφικά απομονωμένες, περιχαρακωμένες και «αυθεντικές» μουσικές παραδόσεις σε μακρινούς και εξωτικούς τόπους, από τα τέλη της δεκαετίας του '70 οι εθνομουσικολόγοι στρέφονται στη μελέτη οικείων πολιτισμών και σε σύγχρονα μουσικά φαινόμενα, όπως για παράδειγμα την κλασική και λαϊκή μουσική.

Έτσι, ο διαγωνισμός τραγουδιών της Eurovision, η μουσική rai της Αλγερίας, η turbo-folk της Σερβίας, η ραπ της Παλαιστίνης κατέχουν κεντρική θέση στην εθνομουσικολογική έρευνα και συνυπάρχουν με τα κλασικά ενδιαφέροντα των εθνομουσικολόγων για τη μουσική γκαμελάν της Ιάβας, την κλασική ινδουστάνικη μουσική και τη μουσική των γηγενών ινδιάνικων φυλών της Αμερικής.

Στην κλασική έρευνα πεδίου σε εξωτικούς προορισμούς, εκτός από την επιτόπια έρευνα οίκοι, έρχονται να προστεθούν και άλλες εναλλακτικές εθνογραφικές πρακτικές όπως η πολυτοπική εθνογραφία ή η διαδικτυακή επιτόπια έρευνα με θέμα μια «εικονική» κοινότητα, ενώ η μακρά παραμονή αντικαθίσταται συχνά από σύντομες τακτικές εξορμήσεις στο πεδίο. Οι νέες τεχνολογίες -όπως για παράδειγμα τα διαδικτυακά περιοδικά που δίνουν τη δυνατότητα συμπερίληψης ήχου και εικόνας ή τα ιστολόγια, τα οποία αποτελούν καινούργια πλατφόρμα εθνογραφικών σημειώσεων- αλλάζουν τον τρόπο που γράφουμε, σκεφτόμαστε και παρουσιάζουμε τον Εαυτό και τους Άλλους και τον τρόπο που συνδεόμαστε με τους συνεργάτες/-ιδες από το πεδίο, αλλά και με το ευρύτερο ακροατήριο.

Μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες, οι εθνομουσικολόγοι, εμπνεόμενοι από τις μαρξιστικές και τις μετααποικιακές θεωρίες, την ανθρωπολογία και τις πολιτισμικές σπουδές, αντικατέστησαν όρους όπως «πρωτόγονος» και «αυθεντικός» με έννοιες όπως εξουσία, εκτοπισμός, κοσμοπολιτισμός, μουσική διαμεσολάβηση. Η έννοια της διαλογικότητας του Μπαχτίν, η έννοια της ηγεμονίας του Gramsci, οι φαντασιακές κοινότητες του Anderson, η θεωρία της πρακτικής και το habitusτου Bourdieu, η επιτελεστικότητα της Butler έχουν ενσωματωθεί πλέον στον εθνομουσικολογικό λόγο, ενώ νέα ερευνητικά πεδία βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της εθνομουσικολογικής έρευνας, όπως για παράδειγμα η μελέτη του ήχου, η σχέση της μουσικής με τον τουρισμό, την οικολογία, τη βία και τον πόλεμο, την αρρώστια.

Σήμερα, καθώς τα ερωτήματα για τη συμβολή της εθνομουσικολογίας στη διαμόρφωση αναστοχαστικών προσεγγίσεων στην εθνογραφική επιτόπια έρευνα, στα είδη γραφής και στις μορφές αναπαράστασης παραμένουν καίρια, διακρίνεται παράλληλα μια στροφή γεμάτη αβεβαιότητες και δισταγμούς προς τον προσδιορισμό της εθνομουσικολογικής θεωρίας και γενικότερα μια συζήτηση για τη θέση της θεωρίας στην εθνομουσικολογία.

Ένα πάγιο αίτημα είναι η παραγωγή θεωρίας προσαρμοσμένης στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εθνομουσικολογικού αντικειμένου, καθώς και η πρωτότυπη θεωρητική συμβολή της σε γειτονικούς κλάδους των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Κατά συνέπεια, διακρίνεται η ανάπτυξη ενός γόνιμου διαλόγου ανάμεσα στην εθνομουσικολογία και τις άλλες επιστήμες που έχουν ως αντικείμενο έρευνας τη μουσική, όπως η μουσικολογία, η ιστορική μουσικολογία και οι σπουδές της λαϊκής μουσικής, ενώ παράλληλα οι εθνομουσικολόγοι επιθυμούν μια αμφίδρομη θεωρητική σχέση με την ανθρωπολογία??? σχέση που για πολλές δεκαετίες ήταν μονόδρομη. Επιπλέον, οι εθνομουσικολόγοι ακόμα δέχονται επιρροές από τις φεμινιστικές θεωρίες, τη φαινομενολογία, τις πολιτισμικές σπουδές, τη διαλογική και αναστοχαστική εθνογραφία.

Καίρια ερωτήματα που συνεχίζουν να προβληματίζουν τους/τις εθνομουσικολόγους αφορούν τη σχέση θεωρίας και εθνογραφίας: πώς η θεωρία οδηγεί και πλαισιώνει την εθνογραφική περιγραφή και, αντίστροφα, ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά της εθνογραφικής ερευνητικής διαδικασίας που επιτρέπουν στους/στις εθνομουσικολόγους να παράγουν και να αναπαριστούν γνωστικά/ερμηνευτικά αποτελέσματα, θεωρητικά συμπεράσματα και μια επιστημολογία της μουσικής οικείων και άλλων πολιτισμών.

Από το τόμο Εισαγωγή στην εθνικομουσικολογία, από τις εκδόσεις Ασίνη. Με κείμενα των: Alan Merriam, Adelaida Reyes, Bonnie C. Wade, Helen Myers, John Baily, Richard Widdess, Regula Qureshi, Jeff Toddtiton, Debora Hwong, Timothy Rice, Jonathan Shannon

*H Ελένη Καλλιμοπούλου και η Αλεξάνδρα Μπαλάντινα είναι εθνομουσικολόγοι

«Εισαγωγή στην Εθνομουσικολογία» από τις Εκδόσεις Ασίνη

Εισαγωγή στην εθνομουσικολογία
Συλλογικό έργο
επιμέλεια: Ελένη Καλλιμοπούλου
Ασίνη, 2014
392 σελ.
ISBN 978-618-80872-1-7
Μουσική [DDC: 780]
Εθνολογία [DDC: 305.8]

Τι είναι η εθνομουσικολογία; Τι είναι αυτό που κάνουν οι εθνομουσικολόγοι; Με ποιους τρόπους οι εθνομουσικολόγοι μυούνται στον μουσικό πολιτισμό που μελετούν; Πώς η μουσική επιτέλεση και η βιωματική εμπειρία της μουσικής βοηθούν στην κατανόηση ενός μουσικού πολιτισμού;

Το βιβλίο αυτό παρουσιάζει με τρόπο περιεκτικό και κατανοητό θέματα τα οποία απασχολούν τόσο τους ειδικούς (εθνομουσικολόγους, ανθρωπολόγους, μουσικολόγους και μουσικούς), όσο και το ευρύτερο μουσικόφιλο αναγνωστικό κοινό. Παράλληλα, προσφέρεται για μία ανάγνωση της ιστορικής πορείας της εθνομουσικολογίας και των θεωρητικών και μεθοδολογικών ζητημάτων που την απασχολούν, και αναδεικνύει ένα δυναμικό πεδίο μελέτης που διακρίνεται για την ιδιαίτερα διεπιστημονική του φύση.

Μέσα από την ανάγνωση του τόμου, παρατηρεί κανείς ότι οι εθνομουσικολόγοι μαθαίνουν μουσικά όργανα πλάι σε καταξιωμένους δασκάλους άλλων πολιτισμών, στο πλαίσιο της επιτόπιας εθνογραφικής έρευνας, και ότι μελετούν όλα τα μουσικά είδη, από τα τραγούδια του Tom Waits μέχρι τη μουσική της Umm Kulthum, προσεγγίζοντάς τα τόσο ως ήχο, όσο και ως πολιτισμό. Ανακαλύπτει, επίσης, ότι η μουσική διαμορφώνεται μέσα στο κοινωνικό και πολιτισμικό της πλαίσιο και μπαίνει στη διαδικασία να κατανοήσει το νόημα της μουσικής.
Πηγή http://www.biblionet.gr/book
http://musicunites.gr/2014/02/

Στο ΤΕΙ Ηπείρου Σχολή Καλλιτεχνικών Σπουδών Τμήμα Λαικής και παραδοσιακής μουσικής υφίσταται το μάθημα Εισαγωγή στην εθνομουσικολογία.
Δείτε το σχετικό λινκ   http://tlpm.teiep.gr/el/studies/courses-description/70-2011-02-03-22-48-10.html


Εργαστήριο Εθνομουσικολογίας και Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας
Αναδημοσίευση από
http://www.music.uoa.gr/to-tmima/ergastiria/ergastirio-e8nomoysikologias-kai-politismikis-an8rwpologias.html
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, οι επιστήμες του πολιτισμού καλούνται να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της σύγχρονης πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Το Εργαστήριο Εθνομουσικολογίας και Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καλύπτει τις ποικίλες –επιστημονικές, ερευνητικές, διδακτικές, εκπαιδευτικές και καλλιτεχνικές– διαστάσεις της σχέσης μεταξύ μουσικής και πολιτισμού. Το Εργαστήριο στελεχώνεται από μέλη ΔΕΠ του Τμήματος τα οποία διαθέτουν ικανή εμπειρία στην οργάνωση και τη διαχείριση επιστημονικών προγραμμάτων στον τομέα της Εθνομουσικολογίας και Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας. Επιπλέον, πλαισιώνεται από μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες του τομέα Εθνομουσικολογίας και Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών, αλλά και από εξωτερικούς συνεργάτες αποδεδειγμένης εμπειρίας.

Το Εργαστήριο αποτελείται από τις εξής επιμέρους Εργαστηριακές Μονάδες:

Α. Μονάδα Έρευνας και Κατάρτισης, η οποία έχει ως αποστολή:
Την υποστήριξη, τεκμηρίωση, παραγωγή και προώθηση πρωτότυπης έρευνας που εμπίπτει στο επιστημονικό αντικείμενο του Εργαστηρίου στους τομείς της εθνομουσικολογίας και της πολιτισμικής ανθρωπολογίας.
Την ανάληψη και εκπόνηση προγραμμάτων βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας από το Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργείο Πολιτισμού και άλλα υπουργεία, την Επιτροπή Ερευνών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, την Ευρωπαϊκή Ένωση κ.λπ. είτε αυτοδύναμα είτε σε συνεργασία με ακαδημαϊκά ιδρύματα της ημεδαπής και της αλλοδαπής, μουσεία, ερευνητικά κέντρα και άλλους φορείς συναφών αντικειμένων.
Την επιστημονική, υλικοτεχνική και οικονομική υποστήριξη επιτόπιων εθνογραφικών ερευνών εθνομουσικολογικού και ευρύτερου ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος.
Την οργάνωση και υλοποίηση σεμιναρίων επιμόρφωσης και κατάρτισης εφαρμοσμένης εθνομουσικολογίας, πολιτισμικής ανθρωπολογίας, ανθρωπολογίας της μουσικής, του χορού και άλλων τελεστικών τεχνών, διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, πολιτισμικής διαχείρισης κ.λπ. που απευθύνονται α) σε εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, β) σε επιστήμονες και ερευνητές συναφών αντικειμένων, γ) σε πολιτιστικούς φορείς, ιδρύματα, ινστιτούτα κ.λπ.
Τη δημιουργία της κατάλληλης υλικοτεχνικής υποδομής (οπτικοακουστικά μέσα, όργανα καταγραφής, επεξεργασίας και αναπαραγωγής ήχου και εικόνας, ηλεκτρονικοί υπολογιστές κ.λπ.) –είτε αυτοδύναμα είτε σε συνεργασία με άλλα Τμήματα και Εργαστήρια– που θα υποστηρίζει τη διεξαγωγή της εθνομουσικολογικής έρευνας, την ανάλυση του πραγματολογικού υλικού και τη διδασκαλία των σχετικών μαθημάτων.
Τη δημιουργία χώρου για την εργαστηριακή πρακτική άσκηση των φοιτητών στους σχετικούς τομείς.
Την εφαρμοσμένη-εργαστηριακή διδασκαλία των σχετικών με τα αντικείμενα της εθνομουσικολογίας και της πολιτισμικής ανθρωπολογίας μαθημάτων, όπως προβλέπεται από το 


Πρόγραμμα Σπουδών του Τμήματος.

Β. Μονάδα Αρχείων και Βιβλιοθήκης, η οποία έχει ως αποστολή:
Τη δημιουργία εξειδικευμένης βιβλιοθήκης, δισκοθήκης και ταινιοθήκης που θα εξυπηρετούν τις δραστηριότητες του Εργαστηρίου.
Τη συλλογή, φύλαξη και διατήρηση πρωτογενούς εθνομουσικολογικού υλικού και υλικού της ευρύτερης πολιτιστικής κληρονομιάς.
Τη συγκρότηση εξειδικευμένης βιβλιογραφίας και τη δημιουργία θεματικών βάσεων δεδομένων σε συνεργασία με άλλα ελληνικά και αλλοδαπά κέντρα ερευνών, ακαδημαϊκά ιδρύματα, βιβλιοθήκες και φορείς.
Τη δημιουργία αρχείου σεμιναριακών εργασιών και διδακτορικών διατριβών που εκπονούνται στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών αλλά και σε διεθνές επίπεδο στους σχετικούς επιστημονικούς τομείς.
Την ψηφιοποίηση του έντυπου, του οπτικού και του ηχητικού υλικού των αρχείων.
Τη δημιουργία συλλογής μουσικών οργάνων και παρτιτούρων, αρχείου μουσικών και άλλων προφορικών μαρτυριών, αρχείου φωτογραφιών, βιντεοθήκης με υλικό εθνομουσικολογικού, ανθρωπολογικού, λαογραφικού και ιστορικού ενδιαφέροντος, μαγνητοσκοπημένων ρεπορτάζ για θέματα σχετικού ενδιαφέροντος.
Την ενημέρωση της πανεπιστημιακής κοινότητας και του ευρύτερου κοινού σχετικά με πληροφορίες που διατίθενται στα αρχεία του Εργαστηρίου και τη διάθεση του σχετικού υλικού για επιστημονικούς σκοπούς.

Γ. Μονάδα Εκδόσεων και Εκδηλώσεων, η οποία έχει ως αποστολή:
Την παραγωγή διδακτικού και εκπαιδευτικού υλικού στο ευρύτερο πεδίο εξειδίκευσης του Εργαστηρίου μέσα από τη μετάφραση ή τη συγγραφή και την έκδοση κειμένων.
Τη διοργάνωση επιστημονικών διαλέξεων, συναντήσεων, ημερίδων, σεμιναρίων, συμποσίων, συνεδρίων και άλλων επιστημονικών εκδηλώσεων και την πρόσκληση Ελλήνων και ξένων αναγνωρισμένων επιστημόνων.
Τη δημιουργία διαδικτυακού ιστοχώρου και την έκδοση έντυπου ενημέρωσης στο οποίο θα προβάλλεται η ερευνητική δραστηριότητα του Εργαστηρίου και θα παρουσιάζονται επιστημονικές μελέτες.
Την έντυπη ή/και την ηλεκτρονική έκδοση επιστημονικών δημοσιεύσεων και περιοδικού με πρωτότυπες μελέτες του ιδίου ή και συναφών αντικειμένων.
Την ευρεία διάδοση αποτελεσμάτων έρευνας (παραγωγή ντοκιμαντέρ και ραδιοφωνικών εκπομπών, οργάνωση εκθέσεων σε μουσεία, παρουσίαση νέου εκπαιδευτικού υλικού σε σχολεία, παραγωγή έντυπου και ηλεκτρονικού υλικού, δημιουργία ιστοσελίδων, διοργάνωση ημερίδων και συνεδρίων κ.λπ.).
Τη σύμπραξη με άλλους επιστημονικούς και καλλιτεχνικούς φορείς με στόχο την προώθηση και πραγματοποίηση των σκοπών του Εργαστηρίου.
Την οργάνωση και υποστήριξη καλλιτεχνικών εκδηλώσεων (συναυλιών, παραστάσεων, ρεσιτάλ, εκθέσεων κ.λπ.) με στόχο τη μουσική καλλιέργεια, τη διάδοση διαφόρων μουσικών παραδόσεων και τη διαπολιτισμική επικοινωνία.


Εθνομουσικολογία
Ιστοριογραφικές και εθνογραφικές διαστάσεις

Συγγραφέας: Χαψούλας Αναστάσιος
Εκδόσεις: Νήσος
Έτος τρέχουσας έκδοσης: 2010

Η παρουσίαση των μεθοδολογικών προβληματισμών στο χώρο της Εθνομουσικολογίας, τόσο ως προς τις εθνογραφικές όσο και ως προς τις ιστοριογραφικές της διαστάσεις, αποτελεί τον κύριο στόχο του συγκεκριμένου βιβλίου. Η επιστημολογική εξέλιξη του αντικειμένου, η διερεύνηση των μεθοδολογικών συναφειών μεταξύ της Ιστορικής Μουσικολογίας και της Εθνομουσικολογίας, η κατανόηση και ερμηνεία της πολιτισμικά ή ιστορικά "ξένης" μουσικής, η προφορική και εγγράμματη μουσική παράδοση, η έννοια του μουσικού έργου, συγκροτούν τους πόλους στο πλαίσιο των οποίων αναπτύσσεται ο λόγος του συγγραφέα. Τέλος, με αφετηρία το σύγχρονο διεπιστημονικό διάλογο αναδεικνύονται οι θεωρητικές αναζητήσεις, καθώς και οι πιθανές ερευνητικές προοπτικές μίας Ιστορικής Εθνομουσικολογίας.




Εθνομουσικολογία

Μουσική των Λαών (5ο μέρος): Δυτική Αφρική

Μουσική των Λαών (4ο μέρος): Αφρική

Μουσική των Λαών (3ο μέρος): Μέση Ανατολή

Μουσική των Λαών (2ο μέρος): Νότια Ασία, η Ινδική ενδοχώρα

Μουσική των Λαών (1ο μέρος): 'Απω Ανατολή

Πηγή

http://www.mmb.org.gr/page/default.asp?la=1&id=4125

“World Music”. Μέρος πρώτο: “Τα γεννητούρια”

Posted on March 31, 2013 by HYBRIDEESLeave a comment
https://hybridees.wordpress.com/2013/03/31



Αλλιώς, «Μουσική του Κόσμου» ή όπως την αποκαλούμε συχνά εδώ στην Ελλάδα, «Ethnic». Όπως συχνά συμβαίνει με τις ονομασίες που αφορούν τις τέχνες και τον πολιτισμό, είναι δύσκολο να αντιστοιχηθούν σαφώς με το περιεχόμενο που καλούνται να περιγράψουν. Σε τι ακριβώς αναφέρονται; Σε ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής; Σε μια μουσική κατηγορία; Ποιος είναι, εν τέλει, ο «κόσμος»; Το ζήτημα είναι λίγο πιο πολύπλοκο από όσο θα περιμέναμε!

Η πρώτη χρήση του όρου προκύπτει από τον ακαδημαϊκό χώρο στην δεκαετία του 1960, με σκοπό την προώθηση της μελέτης της μη-Δυτικής μουσικής. Το 1987 χρησιμοποιείται από εθνομουσικολόγους για την ονομασία ενός μεταπτυχιακού προγράμματος στο ονομαστό Wesleyan University και παράλληλα βρίσκει τη θέση του στην, τότε προετοιμαζόμενη, Garland Encyclopedia. Μέχρι τότε, ο όρος «μουσική» σήμαινε κυρίαρχα την Δυτικοευρωπαϊκή έντεχνη μουσική και ο νέος όρος, «World Music», ήρθε να χρησιμοποιηθεί αντιστικτικά για τις «υπόλοιπες μουσικές», σε ένα πλαίσιο σύλληψης, εκ πρώτης όψεως, φιλελεύθερο και προοδευτικό.

Η ειρωνεία του πράγματος έγκειται στο ότι, αυτό το δίπολο επανεγγράφηκε στον επιστημολογικό διαχωρισμό της μουσικολογίας και εθνομουσικολογίας, όπου η πρώτη ασχολείται κυρίως με την μελέτη της μουσικής του «κέντρου» (Δυτική έντεχνη μουσική) και η δεύτερη με την μουσική του «περιθωρίου» (γεωγραφική – πολιτική περιφέρεια, κατώτερες κοινωνικές τάξεις, μειονότητες). Βλέπουμε δηλαδή, ότι το αρχικό σχεσιακό σύστημα μεταξύ Δύσης και υπόλοιπου κόσμου, αποικιοκράτη και αποικιοκρατούμενου, το οποίο υποτίθεται θα αντικρουόταν με τη χρήση του νέου όρου, ουσιαστικά παρέμεινε ανεπηρέαστο.

Η μουσική βιομηχανία (ΜΒ) ήταν ενεργή ήδη από την αρχή του 20ου αιώνα στην ηχογράφηση μουσικών πέρα του Δυτικού κόσμου. Ήταν τα εθνικιστικά κινήματα που εκδηλώνονται στον Τρίτο κόσμο τις δεκαετίες του 1950 και 1960, καθώς και η αναβίωση της folk στην δεκαετία του 1970 που προωθούν το ενδιαφέρον Δύσης και υπόλοιπου κόσμου για τις μουσικές, που μέχρι τότε αναγνωρίζονταν ως της «υπαίθρου», «αυθεντικές», «αγροτικές» και βεβαίως ως «folk».

Η εμπορική αξία αυτών των μουσικών ως προϊόντων δεν αναγνωρίζεται από την ΜΒ παρά τη δεκαετία του 1980. Η ανάγκη για τη δημιουργία μιας εύληπτης και επαρκώς περιγραφικής εμπορικής κατηγορίας του νέου πολιτιστικού προϊόντος, η οποία θα κάλυπτε, εμπορικά, ως ομπρέλα ένα τόσο ποικίλο σύνολο ετερόκλητων μουσικών ήταν ένα εγχείρημα ιδιαίτερα δύσκολο.

Το ζήτημα τέθηκε επί τάπητος στην θρυλική πλέον συνάντηση του καλοκαιριού του 1987. Ήταν στην pub “Empress of Russia” (τώρα είναι ψαράδικο(sic)), στο κεντρικό Λονδίνο, όπου 25 αντιπρόσωποι από όλο το φάσμα της μουσικής βιομηχανίας δημιούργησαν την μουσική κατηγορία «World Music». Η ονοματολογία που προτάθηκε ήταν αρκετά ευφάνταστη όπως: Tropical Music, International, Ethnic κτλ. Το εμπορικό κύκλωμα ανταποκρίθηκε άμεσα στην νέα εξέλιξη. To περιοδικό «Billboard» δημιουργεί το πρώτο «World Music chart» το 1990. Η θέσπιση αντίστοιχου βραβείου στα Grammy Awards πραγματοποιείται το 1991. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990 το WOMAD festival του Peter Gabriel γιγαντώνεται και μετατρέπεται σε οργανισμό παγκόσμιας δράσης και εμβέλειας. Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν στην καθιέρωση του νέου όρου. Στη συνέχεια τα υπόλοιπα κομμάτια του παζλ της ΜΒ ακολούθησαν.

Αρχικά, ο όρος World Music χρησιμοποιήθηκε κυρίως στο Ευρωπαϊκό πεδίο. Στις ΗΠΑ την ίδια περίοδο γινόταν η χρήση του όρου «World Beat», ο οποίος καθιερώθηκε από τον Τεξανό καλλιτέχνη Dan Del Santo και αναφερόταν στην εξόφθαλμα, ρητή μείξη διαφορετικών μουσικών ειδών. Παραδείγματα είναι το «ethnic-pop», το «fusion dance» κτλ. Σε αυτό το πλαίσιο η «World Μusic» αντιμετωπίστηκε ως η μουσική του «πραγματικού» κόσμου, η οποία αναφερόταν στην συνήθη, ρομαντικού τύπου, ερμηνεία της «αυθεντικότητας». Αντίθετα η «World Beat» χαρακτηριζόταν από μια «μεταμοντέρνα αυθεντικότητα», όπου η μείξη ως κρεολοποίηση και συγκρητισμός, διαφορετικών μουσικών ειδών ήταν καταφανής. Με την πάροδο του χρόνου η «World Beat» μετέπεσε σε υποκατηγορία της «World Music».

Βιβλιογραφία

Feld, Steven (1994b) ‘From Schizophonia to Schismogenesis: On the Discourses and Commodification Practices of “World Music” and “World Beat”’, in Charles Keil and Steven Feld (eds), Music Grooves, Chicago:The University of Chicago Press, pp. 257 – 289.

Feld, Steven (2000a) ‘A Sweet Lullaby for World Music’, Public Culture, Vol. 12, No. 1, pp. 145 – 171

Pacini – Hernandez, Deborah (1993) ‘A View from the South: Spanish Caribbean Perspectives on World Beat’,The World of Music, Vol. 35, No.2, pp. 48 – 69.

Rice, Timothy (2000) ‘World Music in Europe’ in Timothy Rice, James Porter and Chris Goertzen (eds), Europe,‘The Garland Encyclopedia of World Music’ Vol 8, New York and London: Garland Publishing, pp. 224 – 230.

Sweeney, Phillip (1991) The Virgin Directory of World Music, London: Virgin Books.

Taylor, Timothy (1997) Global Pop. World Music, World Markets, London: Routledge.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου