Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Όπερα

Είσοδος της Όπερας Garnier στο Παρίσι (1865).


Παρακάτω αναλύονται απλουστευμένα από τα διαδραστικά μαθήματα για μαθητές δημοτικού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής το τι είναι όπερα, η ιστορία  και το γλωσσάρι της, που γι'αυτό τον λόγο συμπλήρωσα με πληροφορίες από τη Βικιπαίδεια :
Τι είναι η Όπερα
Όπερα, λέξη που στα ιταλικά σημαίνει έργο, είναι ένα είδος σκηνικής τέχνης όπου ένα θεατρικό κείμενο αποδίδεται από τους καλλιτέχνες τραγουδιστά, με συνοδεία ορχήστρας.

Μπορεί να υπάρχουν πεζοί διάλογοι ή μέρη απαγγελίας με μουσική συνοδεία. Η όπερα αντλεί την ξεχωριστή της γοητεία από την ένωση μουσικής και λόγου στο πλαίσιο ενός σκηνικού θεάματος.

Η όπερα αποτελεί μουσικό θεατρικό είδος, είναι δηλαδή μουσική σύνθεση που περιλαμβάνει συγχρόνως και σκηνική δράση. Οι διάλογοι των ηθοποιών της όπερας αποδίδονται με τη μορφή τραγουδιού ενώ η θεατρική παράσταση εκτυλίσσεται παρουσία ενός μουσικού συνόλου. Ως είδος θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μουσικά επιτεύγματα του Δυτικού πολιτισμού και παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά είδη.
Η Όπερα της Κοπεγχάγης

Ο όρος όπερα ειναι ο πληθυντικός του λατινικού opus που σημαίνει το έργο, δηλώνοντας έτσι την ενσωμάτωση στην όπερα πολλών καλλιτεχνικών ειδών όπως η μουσική, το θέατρο, ο χορός και η σκηνογραφία. Αποδίδεται συχνά στα ελληνικά και ως μελόδραμα, αν και ο όρος αυτός είναι ευρύτερος. Όπερα ονομάζεται επίσης το θέατρο που φιλοξενεί τις παραστάσεις.
Η Όπερα του Σίδνεϊ (Αυστραλία), ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κτίρια στον κόσμο



Μουσική δομή
Η ποίηση της όπερας ή οι διάλογοι που αναδεικνύουν την πλοκή, αποτελεί το αποκαλούμενο λιμπρέτο (libretto), το οποίο ανάλογα με το είδος της όπερας μπορεί να είναι σοβαρό ή περισσότερο κωμικό. Υπάρχει γενικά διχογνωμία σχετικά με το αν το λιμπρέτο ή η μουσική είναι το σημαντικότερο στοιχείο σε μια όπερα. Η μουσική είναι τις περισσότερες φορές συνεχής και έχει ως απώτερο στόχο τη δραματοποίηση των δρώμενων στη σκηνή.
Είδη τραγουδιού
Η παραδοσιακή όπερα αποτελείται από δύο είδη τραγουδιού για την αφήγηση της πλοκής του έργου: το ρετσιτατίβο, το μέρος του διαλόγου που κατά κύριο λόγο προάγει τη δράση και την άρια, όπου μέσω ενός μονολόγου αποκρυσταλλώνεται μια συναισθηματική κατάσταση. Αρκετές φορές έχουμε ντουέτα ή μεγαλύτερα ακόμα φωνητικά σύνολα, χωρίς να λείπουν -αν και είναι σπανιότερα- χορωδιακά μέρη.

Η στερεότυπη δομή μιας πράξης της όπερας υπαγορεύει πως οι βασικοί ήρωες-χαρακτήρες πρέπει να έχουν μια άρια σε κάθε πράξη. Επιπλέον, αποφεύγονται δύο διαδοχικές άριες ίδιου χαρακτήρα ή για τον ίδιο τύπο φωνής, ενώ το ρεπερτόριο των πρωταγωνιστών περιλαμβάνει περισσότερες άριες από το ρεπερτόριο δευτερευόντων χαρακτήρων του έργου.
Φωνές
Φωνές της όπερας
π

Υψίφωνος (♀)

Μεσόφωνος (♀)

Κοντράλτο (♀) - Κοντρα-τενόρος (♂)

Τενόρος (♂)

Βαρύτονος (♂)

Βαθύφωνος (♂)
(Συζήτηση προτύπου: Φωνές της όπερας
σ

Η έκταση του κοντρα-τενόρου έγκειται συχνότερα σε αντιστοιχία μ' αυτήν της κοντράλτο, παρά μ' αυτήν της μέτζο-σοπράνο. Ιδανικά, είναι η φωνή ανάμεσα στον τενόρο και την κοντράλτο, ωστόσο τα φωνητικά όριά του δεν αποτελούν στερεότυπο. Με βάση τα παραπάνω προτείνω τη μετακίνηση του κοντρα-τενόρου στο πρότυπο μία βαθμίδα προς τα κάτω, ώστε να κατατάσσεται μαζί με την κοντράλτο. --Chrysalifourfour (συζήτηση) 13:35, 27 Οκτωβρίου 2012 (UTC) )
  ε


Οι φωνές των τραγουδιστών της όπερας διακρίνονται καταρχήν σε ανδρικές και γυναικείες. Ανάλογα με αυτή την κατηγοριοποίηση διακρίνουμε τους εξής τύπους φωνών:
Τύποι ανδρικών φωνών
Βαθύφωνος ή μπάσσος (bass) - καλύπτει τις χαμηλότερες νότες
Βαρύτονος (baritone) - καλύπτει τις ενδιάμεσες περιοχές
Τενόρος (tenor) ή οξύφωνος - καλύπτει τις υψηλότερες νότες
Κόντρα-τενόρος (countertenor) - καλύπτει τις υψηλότερες νότες που μπορεί να φτάσει ανδρική φωνή. Επειδή υπάρχουν μόνο λίγοι κοντρα-τενόροι παγκοσμίως, συχνά οι ρόλοι τους ερμηνεύονται από γυναίκες
Τύποι γυναικείων φωνών
Κοντράλτο (contralto) - καλύπτει τις χαμηλότερες νότες
Μεσόφωνος ή μέτσο-σοπράνο (mezzo soprano) - καλύπτει τις ενδιάμεσες περιοχές
Υψίφωνος ή σοπράνο (soprano) - καλύπτει τις υψηλότερες νότες

Στους παραπάνω τύπους μπορούν να υπάρχουν και φωνές που ανήκουν σε ενδιάμεσες κατηγορίες.

Ιστορία της όπερας
Η όπερα υπάρχει εδώ και περισσότερα από τετρακόσια χρόνια. Όλα τα είδη των τεχνών ενσωματώνονται ή μπορούν να συμπεριληφθούν στην όπερα. Μουσική, δράμα, χορός, εικαστικές και τόσες άλλες τέχνες αποτελούν μέρος μιας παράστασης. Οι όπερες αντλούν τα θέματά τους από διάφορες πηγές: μυθολογία, ιστορία, παραμύθια, θρύλους, λογοτεχνικά έργα κ.α.. Αρκεί η ιστορία να εμπνεύσει το συνθέτη. Δεν υπάρχει πολιτισμός που να μην έχει όμορφες ιστορίες για το καλό και το κακό, την αγάπη και το μίσος, τη ζωή και το θάνατο. Η μουσική έρχεται να περιγράψει, να ερμηνεύσει να ορίσει όλες αυτές τις ανθρώπινες καταστάσεις. Ο συνδυασμός της μουσικής και του λόγου είναι αυτός που προκαλεί στην όπερα, και γενικά σε όλα τα είδη του μουσικού θεάτρου, τόσο ισχυρά συναισθήματα.

Το παλαιότερο ιστορικά έργο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως όπερα χρονολογείται περίπου στα 1597 και είναι η Δάφνη των Τζάκοπο Πέρι και Οτάβιο Ρινουτσίνι. Το έργο αυτό αποτέλεσε ουσιαστικά μια προσπάθεια μίμησης του κλασικού αρχαίου ελληνικού δράματος. Η Δάφνη δεν είχε διασωθεί. Ένα μεταγενέστερο έργο του Πέρι, η Ευρυδίκη, αποτελεί το παλαιότερο μουσικό κείμενο (παρτιτούρα) όπερας που διασώζεται έως σήμερα.

Σημαντική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του είδους ήταν και η μονωδία. Το είδος αυτό αναπτύχθηκε από τους Ιταλούς συνθέτες στα τέλη του 16ου αιώνα. Η γέννηση της όπερας τοποθετείται γεωγραφικά στην Ιταλία, ωστόσο έγινε τόσο δημοφιλές είδος που σύντομα εξαπλώθηκε και στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ισπανία και τη Ρωσία. Το 1637, στη Βενετία, κτίστηκε και το πρώτο θέατρο αποκλειστικά για παραστάσεις όπερας ενώ ακολούθησαν μόνο στην πόλη της Βενετίας επιπλέον 16 ανάλογα θέατρα, ενδεικτικό της απήχησης που είχε το είδος.

Οι πρώτες όπερες χαρακτηρίζονταν ως dramma per musica, δηλάδή το δράμα μέσω μουσικής και το 17ο ή 18ο αιώνα η πλοκή στις περισσότερες όπερες βασιζόταν στη μυθολογία ή σε ιστορικά γεγονότα. Η θεματολογία τους ήταν σοβαρή (opera seria) ή ακόμα και κωμική (opera buffa).

Η εποχή της Αναγέννησης (τέλος 16ου – αρχές 17ου αιώνα)
Η όπερα είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας μιας παρέας μορφωμένων ανθρώπων στα τέλη του 16ου αιώνα να αναβιώσουν την αρχαία ελληνική τραγωδία. Η παρέα αυτή ονομάστηκε Φλωρεντινή Καμεράτα, δηλαδή παρέα της Φλωρεντίας, ή Καμεράτα του Μπάρντι, από το όνομα του ευγενή που οργάνωνε τις συναντήσεις στο αρχοντικό του. Κυρίαρχη μορφή της ομάδας αυτής ήταν ο Βιντσέντζο Γκαλιλέι, φημισμένος συνθέτης και πατέρας του μεγάλου αστρονόμου. Η πρώτη όπερα, που παίχτηκε ποτέ, παρουσιάστηκε στη Μάντοβα το 1607 και δεν ήταν άλλη από τον περίφημο Ορφέα του Κλάουντιο Μοντεβέρντι, έργο που εξακολουθεί να παρουσιάζεται μέχρι σήμερα. Μέσα σε λίγες δεκαετίες η όπερα έγινε μόδα και η ξακουστή πόλη της Βενετίας στα μέσα του 17ου αιώνα είχε αποκτήσει τριάντα λυρικά θέατρα.


Η εποχή του Μπαρόκ (1600-1750)
Με κυρίαρχους συνθέτες τον Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ και τον Αντόνιο Βιβάλντι και με θέματα δανεισμένα κυρίως από την ελληνορωμαϊκή μυθολογία αλλά και από το επικό ποίημα Η απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ του Τορκουάτο Τάσσο, η μπαρόκ όπερα άνθησε στις αυλές βασιλιάδων και αριστοκρατών. Οι όπερες εκείνης της εποχής αποτελούνται από πολλές άριες, που ακολουθούν η μία την άλλη. Λίγο μετά το 1750 ο συνθέτης Κρίστοφ Βίλλιμπαλντ Γκλουκ ανανέωσε την όπερα απλουστεύοντας το τραγούδι: αφαιρεσε από τις άριες τα πολλά στολίδια, που δεν άφηναν το κοινό να καταλάβει τα λόγια. Επίσης, έδωσε στην ορχήστρα πιο σημαντικό ρόλο.

Η ανάπτυξη της μπαρόκ όπερας συντελέστηκε κυρίως στη Ρώμη και τη Βενετία. Ένα από τα έργα που καθιέρωσαν την όπερα της Ρώμης ήταν το Sant'Alesio του Στέφανο Λάντι, στα 1632. Η παρουσία όμως του Κλάουντιο Μοντεβέρντι ήταν αυτή που βοήθησε την μπαρόκ όπερα να φθάσει στην ακμή της αλλά και να μετατραπεί από είδος ψυχαγωγίας της αριστοκρατίας της εποχής σε περισσότερο "λαϊκό" είδος ευρύτερης απήχησης. Το έργο Ορφέας του Μοντεβέρντι αποτελεί ίσως την παλαιότερη όπερα η οποία εκτελείται και σήμερα.

Η ανάπτυξη της ιταλικής σοβαρής όπερας ξεκίνησε με το έργο του ποιητή Apostolo Zeno (1688-1750) ο οποίος απέκλεισε τα κωμικά επεισόδια και αφαίρεσε από τα λιμπρέτι τις περιττές σκηνές δίνοντας έμφαση στον διδακτικό χαρακτήρα της όπερας. Οι χαρακτήρες των έργων σταδιακά άρχισαν να αποτελούν περισσότερο σύμβολα συγκεκριμένων ηθικών αξιών ή αρετών. Σημαντικό ρόλο στη σταθεροποίηση της μορφής της opera seria διαδραμάτισε και ο Pietro Trapassi (ή Metastasio), τα θέματα του οποίου στηρίζονταν πάνω σε μύθους της αρχαίας Ελλάδας και είχαν ως πρωταρχικό σκοπό την πνευματική και ηθική εξύψωση του ακροατή-θεατή. Μεταξύ των πράξεων μιας σοβαρής όπερας παρεμβαλλόταν συχνά και ένα σύντομο κωμικό ιντερλούδιο που αποσκοπούσε στη χαλάρωση των θεατών μέσω της σάτιρας ή της παρωδίας, μια μορφή διαλείμματος. Η πλοκή στα ιντερλούδια διέφερε συνήθως από αυτή της σοβαρής όπερας και σταδιακά αυτονομήθηκαν σχηματίζοντας έτσι ένα νέο είδος, το ιντερμέδιο (intermezzo), με σημαντική ανάπτυξη κυρίως στη Νάπολη την περίοδο 1710-1730.

Η Κλασική εποχή (τέλος 18ου - αρχές 19ου αιώνα)

Στο πνεύμα του Διαφωτισμού, λίγο πριν τη Γαλλική Επανάσταση,ο Μότσαρτ συνέβαλε καθοριστικά στη μετεξέλιξη της όπερας σε πιο λαϊκό είδος, γράφοντας έργα που τα παρακολουθούσαν όχι μόνον οι αριστοκράτες αλλά και το ευρύτερο κοινό. Αυτό το πέτυχε συνθέτοντας όπερες στην γλώσσα των συμπολιτών του, δηλαδή στα γερμανικά. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι ο Μαγικός αυλός.

Την ίδια εποχή σε όλη την Ευρώπη αναπτύχθηκε η κωμική όπερα. Βασικό της χαρακτηριστικό είναι ότι τα κείμενα είναι στη γλώσσα κάθε χώρας – στα ιταλικά, στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ισπανικά, στα γερμανικά - και ότι τα θέματα είναι σύγχρονα με την εποχή, δηλαδή δεν είναι εμπνευσμένα από τη μυθολογία ή την ιστορία.



Γαλλική όπερα
Σε αντιδιαστολή -- και ίσως ανταγωνισμό -- με την Ιταλική όπερα, αναπτύχθηκε μια ξεχωριστή παράδοση Γαλλικής όπερας, με έργα γραμμένα στη γαλλική γλώσσα, της οποίας ιδρυτής θεωρείται ο Ζαν Μπατίστ Λυλί. Η γέννηση της γαλλικής όπερας χρονολογείται επισήμως στα 1669 με την ταυτόχρονη επανασύσταση της Βασιλικής Ακαδημίας Μουσικής από τον Lully. Ως πρόδρομοι της αναφέρονται συχνά η γαλλική τραγωδία, τα χορευτικά μπαλέτα στις βασιλικές αυλές αλλά και η ιταλική όπερα. Οι όπερες του Lully αποτελούνταν από πέντε πράξεις και έναν πρόλογο ενώ περιελάμβαναν και χορευτικά μέρη μπαλέτου. Η μουσική διαδραμάτιζε εξίσου σημαντικό ρόλο με το κείμενο, το οποίο συχνά περιείχε θετικές αναφορές στην βασιλική εξουσία. Οι μεταγενέστερες όπερες του Ζαν Φιλίπ Ραμώ δεν είχαν γενικά μεγάλη απήχηση ενώ οι μικρές αποκλίσεις τους από την παράδοση του Lully προκάλεσαν την αντίδραση αρκετών κριτικών της εποχής σε συνδυασμό και με την άνοδο της ιταλικής όπερας μέσα στην Γαλλία. Η ανάμιξη της παραδοσιακής γαλλικής όπερας του Lully με την ιταλική όπερα ή με άλλες επιρροές όπως το τραγούδι bel cantoοδήγησε τελικά στη δημιουργία της Grand Opera (Μεγάλη Όπερα), ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα οπερετικά είδη του 19ου αιώνα.
Η μεταρρύθμιση στην όπερα


Η δομή της σοβαρής όπερας θεωρήθηκε από αρκετούς Ιταλούς συνθέτες δύσκαμπτη και απόλυτη, γεγονός που τους οδήγησε σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων με απώτερο σκοπό να γίνει η όπερα περισσότερο φυσική και ρεαλιστική. Πρώτα δείγματα τροποποιήσεων ήταν νέες μορφές άριας, η χρήση μεγαλύτερων φωνητικών συνόλων και η ενίσχυση του ρόλου της ορχήστρας. Οι σημαντικότεροι συνθέτες της μεταρρύθμισης στην όπερα ήταν οι Ιταλοί Νικολό Τζομμέλλι (1714-1774) και Τομμάζο Τραέτα (1727-1779). Είναι άξιο αναφοράς το γεγονός πως αυτοί οι συνθέτες είχαν εργαστεί και σε γαλλικές βασιλικές αυλές, με αποτέλεσμα οι όπερες τους να διακρίνονται από ένα κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, συνδυάζοντας τη γαλλική με την ιταλική όπερα. Τελικά, ο συνθέτης που καθιέρωσε ένα νέο τύπο όπερας αναμιγνύοντας τη γαλλική με την ιταλική οπερετική παράδοση ήταν ο Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ (1714-1787), γεννημένος στη Βαυαρία και βασιλικός συνθέτης στην αυλή της Βιέννης. Ο Γκλουκ απλοποίησε σημαντικά τη μουσική δομή της όπερας, πρόσθεσε την εισαγωγή ως αναπόσπαστο μέρος του δράματος, χρησιμοποίησε τη χορευτική μουσική της γαλλικής όπερας ενώ σε πολλές από τις δικές του όπερες συνέθεσε μεγάλες ενιαίες σκηνές με ανάμιξη ρετσιτατίβων και αριών. Σημαντικότερα έργα του θεωρούνται ο Ορφέας, το Ορφέας και Ευριδίκη, η Αρμίδα, η Ιφιγένεια εν Αυλίδι και η Ιφιγένεια εν Ταύροις. Η επιρροή του είναι εμφανής και σε μεταγενέστερες όπερες των Λουίτζι Κερουμπίνι (1760-1842), Γκασπάρο Σποντίνι (1774-1851) και Εκτόρ Μπερλιόζ (1803-1869).
Γερμανική όπερα

Στην Γερμανία παρατηρήθηκε η δημιουργία του αποκαλούμενου singspiel, ένα είδος γερμανικής κωμικής όπερας. Σημαντικότερο δείγμα αυτού του είδους αποτελεί κατά γενική ομολογία ο Μαγικός Αυλός (1791) του Μότσαρτ, που τοποθετείται πολύ υψηλά σε ολόκληρη τη γερμανική παράδοση και αποτέλεσε και τη βάση για την ανάπτυξη της γερμανικής ρομαντικής όπερας. Στις αρχές του 19ου αιώνα παρουσιάζεται η μοναδική όπερα του Μπετόβεν (Fidelio) καθώς και οι όπερες των Καρλ Μαρία φον Βέμπερ και Χάινριχ Μάρσνερ, που περιέχουν στοιχεία του γερμανικού singspiel και μελοδράματος, ενώ αποτελούν σημαντικές επιρροές στα έργα τουΡίχαρντ Βάγκνερ. Οι όπερες του Βάγκνερ στιγμάτισαν το είδος με το μεγαλειώδες ύφος τους και καινοτόμησαν ως προς την ανάμειξη του ρετσιτατίβο και της άριας, ταυτόχρονα με τη διαρκή συνοδεία της ορχήστρας δημιουργώντας την αίσθηση μιας διαρκούς μελωδίας που διακόπτεται σε κεντρικά σημεία της πλοκής.
Η Ρομαντική περίοδος(1827-1900)
Η όπερα Φιντέλιο του Μπετόβεν φαίνεται να είναι το έργο που οδηγεί σε μια νέα εποχή για την λυρική τέχνη. Η έκφραση έντονων προσωπικών συναισθημάτων, ουσιαστικό στοιχείο του Ρομαντισμού, κυριαρχεί και στους Ιταλούς συνθέτες της εποχής: Ροσσίνι, Μπελλίνι και Ντονιτσέττι. Ο πιο φημισμένος όμως συνθέτης της περιόδου αυτής ήταν ο Ιταλός Τζουζέππε Βέρντι.

Την ίδια εποχή με τον Βέρντι, στη Γερμανία ο Ρίχαρντ Βάγκνερ ανατρέχει για μία ακόμα φορά στα ιδεώδη της αρχαίας Ελλάδας και επιχειρεί το ακόμα πιο σφιχτό πάντρεμα του λόγου με τη μουσική και το θέαμα. Πιστεύει ότι η όπερα δεν είναι απλώς ψυχαγωγία, αλλά έχει τη δύναμη να διαπαιδαγωγήσει ανθρώπους, όπως έκανε το θέατρο στην αρχαιότητα. Λίγο αργότερα, ο Ρίχαρντ Στράους, κληρονόμος της βαγκνερικής παράδοσης, στρέφεται σε θέματα εμπνευσμένα από την αρχαιότητα. Παράλληλα, κυρίως στο Παρίσι και στη Βιέννη αναπτύχθηκαν και νέα είδη όπως η οπερέτα, που συνδυάζει την ανάλαφρη θεματική με περισσότερη πρόζα.

Η όπερα τον 19ο αιώνα

Πέρα από τη ρομαντική όπερα της Γερμανίας, η ιταλική όπερα, στις αρχές του 19ου αιώνα χαρακτηρίζεται από την παρουσία συνθετών όπως ο Τζουζέπε Βέρντι, οΤζοακίνο Ροσσίνι, ο Γκαετάνο Ντονιτσέτι και ο Βιντσέντσο Μπελλίνι. Στην ιταλική όπερα της εποχής αυτής, οι άριες χωρίζονται συνήθως σε δύο μέρη, ένα μέρος αργού ρυθμού που διαδέχεται ένα γρήγορο ρυθμικά μουσικό τμήμα. Ανάμεσα στις σημαντικότερες όπερες αυτής της περιόδους ανήκουν ο Κουρέας της Σεβίλλης(1816), κωμική όπερα του Ροσσίνι, καθώς και αρκετές τραγωδίες του Ντονιτσέττι όπως η Lucia di Lammermoor (1835). Στο δεύτερο μισό του αιώνα κυριαρχεί η μορφή του συνθέτη Τζουζέπε Βέρντι με σημαντικές όπερες όπως το Rigoletto (1851), η Τραβιάτα και η Αΐντα. H τραγική όπερα του Βέρντι Οθέλος (1887) και η κωμική όπερα του Φάλσταφ (1893) περιέχουν λιμπρέτι του Αρρίγκο Μπόιτο βασισμένα σε έργα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Στα τέλη του 19ου αιώνα, έκανε την εμφάνισή του και το στυλ όπερας Βερισμός που χαρακτηρίζεται ως ένα συναισθηματικό και ρεαλιστικό μελόδραμα. Το είδος αυτό υπηρέτησε μεταξύ άλλων και ο Τζιάκομο Πουτσίνι, ένας από τους σημαντικότερους διαδόχους του Βέρντι, ειδικότερα με τις όπερες La Boheme (1896) και Tosca (1900).

Στη Γερμανία του 19ου αιώνα ξεχώρισε το έργο του Ρίχαρντ Βάγκνερ.
Βερισμός
Ο Ιταλός Τζάκομο Πουτσίνι παίρνει τη σκυτάλη από τον Βέρντι αλλά θέλει η μουσική του να ηχεί πιο ρεαλιστική και οι ήρωές του να μοιάζουν πιο αληθινοί. Γι'αυτό, το κίνημα στο οποίο εντάσσονται αρκετά έργα του ονομάζεται βερισμός, από την ιταλική λέξη vero που σημαίνει αλήθεια.


Εθνικές σχολές
Βασικό στοιχείο της Ρομαντικής περιόδου είναι η δημιουργία και ενδυνάμωση εθνικών κρατών, που βασίζονται στη γλώσσα και στον πολιτισμό κάθε λαού. Έτσι, σταδιακά αναπτύχθηκαν «εθνικές» σχολές μουσικής σε όλα τα κράτη. Οι όπερες αντλούσαν τα θέματά τους συνήθως από την ιστορία ή την παράδοση κάθε τόπου και η μουσική στηριζόταν στην παραδοσιακή μουσική κάθε λαού. Πιο γνωστές είναι σήμερα αρκετές όπερες από την ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία, που έγραψαν συνθέτες όπως ο Τσέχος Σμέτανα ή ο Ρώσος Μούσσογκσκι.


Ελλάδα
Στη χώρα μας συνθέτες όπερας υπάρχουν ήδη από τον 19ο αιώνα. Ο Ζακυνθινός ΠαύλοςΚαρρέρ (ή Καρρέρης) εμπνεύστηκε όπερες από την ελληνική Επανάσταση, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης, η Κυρά Φροσύνη και Δέσπω, ηρωίς του Σουλίου. Ο Κερκυραίος Σπυρίδων Σαμάρας σταδιοδρόμησε κυρίως στην Ιταλία, όπου έργα του παίχτηκαν ακόμα και στη Σκάλα του Μιλάνου. Μία σύνθεσή του, τη γνωρίζουμε όλοι: είναι ο Ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων Αρχαίο πνεύμα αθάνατο σε ποίηση Κωστή Παλαμά.Στον 20ο αιώνα ο κυριότερος Έλληνας συνθέτης όπερας είναι ο Μανώλης Καλομοίρης, που μεταξύ άλλων έχει μελοποιήσει έργα του Νίκου Καζαντζάκη.


Ο 20ος αιώνας
Στον 20ο αιώνα δημιουργούνται πολλά ρεύματα στις τέχνες και στη μουσική. Ορισμένοι συνθέτες, όπως ο Άλμπαν Μπεργκ καιο Ίγκορ Στραβίνσκι, θέλουν να γυρίσουν σελίδα και να απαλλαγούν από τον τρόπο έκφρασης του Ρομαντισμού. Άλλοι, όπως ο Κλωντ Ντεμπυσσύ επηρεάζονται από την παραδοσιακή μουσική ασιατικών πολιτισμών, την οποία γνώρισαν τότε για πρώτη φορά, χάρη σε παγκόσμιες εκθέσεις που έγιναν σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Σε άλλους, όπως ο Σεργκέι Προκόφιεφ και ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, το σοβιετικό καθεστώς επιβάλλει πως θα γράφουν. Κάποιοι άλλοι, όπως ο Κουρτ Βάιλ, συνθέτουν αντιδρώντας στο ναζιστικό καθεστώς που τελικά οδήγησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην ανατολική Ευρώπη εμφανίζονται αρκετοί συνθέτες με ξεχωριστή μουσική γλώσσα, όπως ο Τσέχος Λέος Γιάνατσεκ και ο Ούγγρος Μπέλα Μπάρτοκ. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όλο και περισσότεροι αμερικανοί συνθέτες, όπως ο Φίλιπ Γκλας και ο Τζον Άνταμς, ασχολούνται με την όπερα.


Ανακεφαλαίωση
Η όπερα είναι μία τέχνη που δημιουργήθηκε κατά την περίοδο της Αναγέννησης, όταν μορφωμένοι άνθρωποι στη Φλωρεντία θέλησαν να αναβιώσουν το αρχαίο ελληνικό θέατρο. Η νέα τέχνη ακολούθησε την ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος και την πολιτική ιστορία αρχικά της Ευρώπης και στον 20ο αιώνα ολόκληρου του κόσμου.Η θεματολογία και η μουσική προσδιορίστηκαν από το ανθρωπιστικό πνεύμα της Αναγέννησης, τις αξίες του Διαφωτισμού κατά τον 18ο αιώνα, τις κοινωνικές ανατροπές που επέφερε η Γαλλική Επανάσταση, την ανάγκη της ξεχωριστής έκφρασης κάθε έθνους κατά την εποχή του Ρομαντισμού, το ερευνητικό πνεύμα και την ανάγκη για διαρκώς νέες κατακτήσεις στον 20ο αιώνα. Στην Ελλάδα παίζονταν όπερες ήδη από τον 18ο αιώνα ενώ Έλληνες συνθέτες γράφουν έργα από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.


Γλωσσάρι
Α καππέλλα: Μουσική που τραγουδιέται από τη χορωδία χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων,όπως γινόταν π.χ.την εποχή της Αναγέννησης στην Καππέλλα Σιστίνα στο Βατικανό.


Αντίστιξη: Όταν πολλές φωνές τραγουδούν συγχρόνως διαφορετικές μελωδικές γραμμές, αλλά όλες μαζί ακούγονται όμορφα.


Αρμονία: Όταν πολλές φωνές τραγουδούν συγχρόνως από μια διαφορετική νότα, αλλά όλες μαζί ταιριάζουν όμορφα στο αυτί μας. Για παράδειγμα, με μια κίνηση του χεριού μπορούμε να παίξουμε στο πιάνο ή στην κιθάρα περισσότερες νότες ταυτόχρονα,που όλες μαζί θα ηχούν ωραία.


Άρια: Έτσι λέμε ένα τραγούδι στην όπερα. Η άρια παίζει σημαντικό ρόλο. Μέσω αυτής ο ήρωας εκφράζει τα συναισθήματά του,τις σκέψεις του και αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας του.


Βαθύφωνος (μπάσος): Η χαμηλότερη αντρική φωνή. Μοιάζει με το τρομπόνι. Συχνά ερμηνεύει ρόλους ηλικιωμένων και σοφών ανδρών ή και κωμικούς ρόλους. Ο Ντον Μπαζίλιο είναι βαθύφωνος.


Βαρύτονος: Η μεσαία αντρική φωνή. Μοιάζει με το κόρνο ή το τσέλο. Συχνά είναι αντίπαλος του τενόρου και διεκδικεί την αγαπημένη του κεντρικού ρομαντικού ήρωα.Ο Φίγκαρο είναι βαρύτονος.


Έγχορδα: Τα όργανα της κλασικής ορχήστρας που ο ήχος τους παράγεται από τον παλμό των χορδών. Στην ομάδα αυτή ανήκουν το βιολί, η βιόλα, το βιολοντσέλο και το κοντραμπάσο.


Εισαγωγή: Είναι ένα ορχηστρικό κομμάτι, που ακούγεται συνήθως πριν σηκωθεί η αυλαία. Σκοπό έχει να μας εισάγει στη διάθεση του έργου, να καταλάβουμε αν είναι χαρούμενο ή τραγικό. Μπορεί να λέγεται επίσης ουβερτούρα ή πρελούδιο ή, σε όπερες του μπαρόκ, συμφωνία.


Κοντράλτο: Η χαμηλότερη γυναικεία φωνή. Μοιάζει με τη βιόλα. Συχνά, στη ρομαντική όπερα ερμηνεύουν χαρακτήρες ηλικιωμένων γυναικών ή μαντισσών.


Κουαρτέτο: Όταν τέσσερις μουσικοί παίζουν μαζί ή όταν τέσσερις τραγουδιστές τραγουδούν μαζί.


Κουίντα: Πλάγιο παραπέτασμα στη σκηνή του θεάτρου, που κρύβει τη θέα προς τα παρασκήνια.


Κρουστά: Όργανα της κλασικής ορχήστρας που ο ήχος τους παράγεται είτε όταν τα κτυπάμε με ειδικές ξύλινες μπαγκέτες είτε όταν τα κτυπάμε μεταξύ τους.Τέτοια όργανα είναι τα τύμπανα, η γκραν κάσα, τα κύμβαλα, το τρίγωνο, το ταμπούρο κ.ά.


Λάιτ μοτίφ: Όρος που προέρχεται από ταΓερμανικά και σημαίνει «καθοδηγητικό μοτίβο». Πρόκειται για μια μελωδία ή γενικά μια μουσική ιδέα που συμβολίζει ένα πρόσωπο, χώρο, ιδέα, σκέψη, θεϊκή παρέμβαση. Κάθε φορά που την ακούμε καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Το λάιτ μοτίφ είναι χαρακτηριστικό στοιχείο στις όπερες του Βάγκνερ.


Λιμπρέτο: Το κείμενο της όπερας. Ο συγγραφέας που το γράφει λέγεται λιμπρετίστας.


Μεσόφωνος (μετζοσοπράνο): Η μεσαία γυναικεία φωνή. Μοιάζει με το όμποε ή το κλαρινέτο στη χαμηλή του έκταση. Οι ρόλοι που ερμηνεύει είναι πολυποίκιλοι: μητέρες, τσιγγάνες, μάγισσες, υπηρέτριες. Μερικές φορές ερμηνεύει και ρόλους νέων ανδρών. Η Μπέρτα στο έργο μας είναι μεσόφωνοςήκοντράλτο.


Μιούζικαλ: Μουσικό θεατρικό έργο ανάλογο με την όπερα αλλά με περισσότερους διαλόγους πρόζας, δηλαδή χωρίς τραγούδι. Συνήθως, η υπόθεση έχει καλό τέλος. Εμφανίζεται κυρίως στις αγγλοσαξονικές χώρες κατά τον 20ο αιώνα.


Μπελ κάντο: Στα Ιταλικά σημαίνει «ωραίο τραγούδι». Στην ουσία είναι μία τεχνική των τραγουδιστών της όπερας. Άνθισε στην ιταλική όπερα του μπαρόκ. Επίσης, ορισμένοι αναφέρονται με αυτό τον όρο και σε Ιταλούς συνθέτες του Ρομαντισμού, στο Ροσσίνι, το Μπελλίνι και το Ντονιτσέττι.


Ντουέτο: Όταν δύο μουσικοί παίζουν μαζί ή όταν δύο τραγουδιστές τραγουδούν μαζί.


Οπερέτα: Μουσικό θεατρικό είδος. Στις οπερέτες η υπόθεση είναι πιο ανάλαφρη από την όπερα, η μουσική εύθυμη και υπάρχουν πολλοί πεζοί διάλογοι.Το τέλος του έργου είναι συνήθως καλό. Η οπερέτα καλλιεργήθηκε κυρίως στο Παρίσι και στην Βιέννη. Και στην Ελλάδα, όμως, έχουμε εξαίρετους συνθέτες οπερέτας όπως ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης και ο Νίκος Χατζηαποστόλου.


Παρασκήνια: Ό,τι βρίσκεται πλάι, πίσω και κάτω από τη σκηνή.


Πνευστά: Όργανα της ορχήστρας, των οποίων ο ήχος παράγεται με το φύσημα στο επιστόμιο του οργάνου. Χωρίζονται σε ξύλινα, όπως το φλάουτο, το όμποε, το κλαρινέτο, το φαγκότο και το σαξόφωνο, που όμως σπάνια παίζει στην ορχήστρα και σε χάλκινα, όπως η τρομπέτα, το κόρνο, το τρομπόνι και η τούμπα.


Πράξη: Κάθε θεατρικό έργο χωρίζεται σε πράξεις. Κάθε πράξη έχει τη δική της υπόθεση και τη δική της κορύφωση. Τα έργα που έχουν μια μόνον πράξη λέγονται μονόπρακτα.


Ρετσιτατίβο: Έτσι λέγεται η τραγουδιστή απαγγελία ενός ή περισσότερων μονωδών. Στα μέρη αυτά προχωράει γρήγορα.


Σκάμμα (ή τάφρος) της ορχήστρας: Ο χώρος που βρίσκεται μπροστά και λίγο χαμηλότερα από τη σκηνή. Εκεί μπαίνουν οι μουσικοί της ορχήστρας για να παίξουν. Είναι απαραίτητο ο χώρος αυτός να είναι πιο χαμηλά από τη σκηνή έτσι ώστε οι μουσικοί της ορχήστρας να μην εμποδίζουν τους θεατές να βλέπουν καλά.


Σκηνή: Σκηνή του θεάτρου είναι ο χώρος όπου παίζουν οι ηθοποιοί και οι τραγουδιστές. Σκηνή ενός έργου είναι ένα μέρος από μία πράξη του.


Σκηνικά: Είναι ο,τιδήποτε δημιουργεί την εικόνα μιάς παράστασης. Μπορεί να είναι κατασκευές που απεικονίζουν κτήρια ή ένα απλό πανί στο οποίο έχουν ζωγραφιστεί τοπία ή ό,τι άλλο αποφασίσουν ο σκηνοθέτης με τον σκηνογράφο.


Σταγκόνια: Είναι οι μεγάλες σιδερένιες βέργες που βρίσκονται πάνω από τη σκηνή. Πάνω στα σταγκόνια οι τεχνικοί κρεμούν τα φώτα ή και τα σκηνικά.


Τενόρος (οξύφωνος): Η ψηλότερη αντρική φωνή. Μοιάζει με την τρομπέτα. Συνήθως, στη ρομαντική όπερα υποδύεται τον ήρωα. Ο κόμης Αλμαβίβα είναι τενόρος.


Τρίο:
Όταν τρεις μουσικοί παίζουν μαζί ή όταν τρεις τραγουδιστές τραγουδούν μαζί.


Υψίφωνος (σοπράνο): Η ψηλότερη γυναικεία φωνή. Μοιάζει με το βιολί και το φλάουτο σε έκταση και ποιότητα. Η υψίφωνος συχνά είναι η κύρια ηρωίδα της όπερας και εκφράζει την αγνότητα και τη νεανικότητα. Η Ροζίνα στον Κουρέα της Σεβίλλης ερμηνεύεται στην παράστασή μας από υψίφωνο.Φινάλε: Το τελικό μέρος του έργου.


Χορωδία: Είναι μια ομάδα τραγουδιστών που τραγουδούν όλοι μαζί. Η χορωδία είναι χωρισμένη κατά φωνές, αντρικές και γυναικείες και συχνά παίζει τον ρόλο που έπαιζε ο χορός στην αρχαία τραγωδία.

Επαγγέλματα της όπερας
Διευθυντής ορχήστρας: Είναι ο άνθρωπος που διευθύνει την ορχήστρα. Σε μία παράσταση όπερας συντονίζει όλο το θέαμα: διευθύνει την ορχήστρα και την χορωδία και επίσης καθοδηγεί του τραγουδιστές. Κάτι αντίστοιχο με τον καπετάνιο του πλοίου. Σε αυτόν υπακούνε όλοι. Κρατάει το ρυθμό και υποδεικνύει στους μουσικούς και τους τραγουδιστές τα συναισθήματα και το ύφος του έργου.


Ενδυματολόγος: Ο ενδυματολόγος μελετά το έργο και σχεδιάζει τα κοστούμια της παράστασης σε συνεργασία με το σκηνοθέτη. Σχεδιάζει, δηλαδή, σύμφωνα με τη δική του φαντασία, τι φοράει ο κάθε ήρωας σε κάθε σκηνή. Σύμφωνα με τα σχέδια του ενδυματολόγου αγοράζονται τα υφάσματα και φτιάχνονται τα κοστούμια.


Ζωγράφος: Ζωγραφίζει τα σκηνικά που τοποθετούμε στη σκηνή. Μπορεί να τα βάψει με ένα χρώμα, αλλά και να ζωγραφίσει ολόκληρη εικόνα με πολλές λεπτομέρειες. Επίσης, ζωγραφίζει και τα φόντα που συμπληρώνουν τα σκηνικά επί σκηνής και μας δείχνουν το βάθος του χώρου ή τον ορίζοντα ή και μόνο τον ουρανό.


Κατασκευαστής ειδών φροντιστηρίου
: Φροντιστήριο, στο θέατρο, ονομάζεται κάθε αντικείμενο που χρησιμοποιείται στη σκηνή. Τα αντικείμενα ονομάστηκαν έτσι επειδή «φροντίζουν» να γίνει σωστά η παράσταση.Ο κατασκευαστής ειδών φροντιστηρίου είναι εκείνος που κατασκευάζει τέτοια αντικείμενα, τα οποία χρειάζονται για να παίξουμε ένα έργο. Μπορεί να φτιάξει κάθε αντικείμενο που μπορούμε να φανταστούμε, όπως κλειδιά, ψεύτικα ψαλίδια, πουγκιά, ομπρέλες, μάσκες, και πολλά άλλα.


Κατασκευαστής ενδυμάτων: Σχεδιάζει και ράβει τα κοστούμια που χρησιμοποιούνται στο έργο, ακολουθώντας τα σχέδια του ενδυματολόγου. Κόβει το σχήμα του κάθε κοστουμιού σε ένα ύφασμα που στη συνέχεια ράβεται. Επίσης, προσθέτει στα κοστούμια διακοσμητικά στοιχεία. Αρκετές φορές,ο κατασκευαστής ενδυμάτων, επιμελείται και φροντίζει την ένδυση των καλλιτεχνών.


Μονωδός: Έτσι λέγεται ο τραγουδιστής της όπερας. Δεν φτάνει μια όμορφη φωνή για να τραγουδήσει κανείς στην όπερα. Οι επίδοξοι τραγουδιστές όπερας χρειάζονται πολύχρονη συστηματική δουλειά για να μπορέσουν να τραγουδήσουν σε ένα λυρικό θέατρο. Αντίθετα με τους τραγουδιστές της εμπορικής μουσικής, οι λυρικοί τραγουδιστές σπανίως χρησιμοποιούν μικρόφωνο. Ο μονωδός χρησιμοποιεί το ίδιο του το σώμα ως φυσική ενίσχυση. Η δύναμη του διαφράγματος καθώς και οι κοιλότητες του προσώπου παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ένταση και στην ποιότητα της φωνής του. Ας μην ξεχνάμε ότι η φωνή του πρέπει να περάσει τον όγκο της ορχήστρας και να φτάσει ακόμη και στα τελευταία καθίσματα του θεάτρου.

Πλαστικός ζωγράφος: Επιμελείται όλα τα μέρη των σκηνικών που είναι ανάγλυφα, δηλαδή που πρέπει να σκαλιστούν πάνω σε μία επιφάνεια. Μπορεί να φτιάξει έναν άγριο τοίχο, αλλά και μία ωραία ανάγλυφη εικόνα. Επίσης, φτιάχνει όλα τα γλυπτά, αν χρειαζόμαστε γλυπτά στην παράσταση.


Σκηνοθέτης: Είναι ο άνθρωπος που αποφασίζει τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσιαστεί το έργο. Αποφασίζει πως θα είναι η εικόνα της παράστασης, δηλαδή αυτό το οποίο θα βλέπουμε. Δίνει οδηγίες στον σκηνογράφο και στον ενδυματολόγο και καθοδηγεί τους τραγουδιστές.


Σκηνογράφος: Ο σκηνογράφος μελετά το έργο και σχεδιάζει το σκηνικό της παράστασης με βάση τις επιθυμίες του σκηνοθέτη. Σχεδιάζει, δηλαδή, τον τόπο και το χώρο που φαντάζεται ότι συμβαίνουν τα γεγονότα που περιγράφει το έργο. Φαντάζεται όλη την ατμόσφαιρα του έργου. Από τα σχέδια του σκηνογράφου φτιάχνονται τα σκηνικά, δηλαδή, τα σπίτια, τα τοπία, τα δέντρα, καθώς και όλα τα αντικείμενα που χρειάζονται για να παιχτεί το έργο.


Συνθέτης: Είναι αυτός που έχει γράψει τη μουσική του έργου.


Σχαρίστας: Χειρίζεται όλους του μηχανισμούς της σκηνής που δίνουν κίνηση στα κινητά μέρη του σκηνικού, προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι μηχανισμοί μπορεί να είναι ηλεκτροκίνητοι ή μηχανοκίνητοι.


Σχεδιαστής κομμωτής: Χτενίζει τα μαλλιά των καλλιτεχνών ώστε να ταιριάζουν με το ύφος του ρόλου τους. Το χτένισμα συμπληρώνει την εικόνα του κάθε ήρωα όταν φοράει το κοστούμι του. Ο σχεδιαστής κομμωτής συχνά είναι και περουκιέρης, δηλαδή, κατασκευάζει περούκες που έχουν ειδικό σχέδιο ή συχνά ακολουθούν τη μόδα μιας παλιότερης εποχής.


Σχεδιαστής μακιγιάζ: Είναι εκείνος που βάφει το πρόσωπο όλων των καλλιτεχνών πριν βγουν στην σκηνή, προκειμένου να τους κάνει να μοιάζουν με το ρόλο που υποδύονται. Χρησιμοποιεί ειδικές μπογιές, κρέμες κ.λπ. Έτσι, αν το απαιτεί ο ρόλος, μπορεί να μετατρέψει μία νέα και όμορφη τραγουδίστρια σε γριά μάγισσα, ή έναν όχι και τόσο νέο τραγουδιστή σε γοητευτικό νέο. Στα Ελληνικά η ειδικότητα αυτή λέγεται ψιμυθιολόγος, από την αρχαία ελληνική λέξη ψιμύθιο, που σημαίνει λευκή σκόνη, αλλά και στολίδι, φτιασίδι.


Σχεδιαστής-ράπτης καπέλων: Σχεδιάζει και κατασκευάζει τα καπέλα που φορούν οι ήρωες του έργου. Ακολουθεί τα σχέδια του ενδυματολόγου. Επίσης, φτιάχνει διακοσμητικά και συμπληρωματικά στοιχεία που μπορεί να φοριούνται στο κεφάλι, όπως διαδήματα/στέμματα, λουλούδια, στεφάνια, κορδέλες και άλλα.


Σχεδιαστής φωτισμών: Είναι εκείνος που αποφασίζει πώς ανάβουν τα φώτα στη σκηνή. Διαβάζει το έργο και συνεργάζεται μετον σκηνοθέτη, το σκηνογράφο και τον ενδυματολόγο. Αποφασίζει πόσο φως θα έχει η κάθε σκηνή του έργου και από ποια μεριά θα έρχεται το φως, ώστε να φαίνονται οι ήρωες και όλη ηδράση. Επίσης, βάζει φως για να γίνουν ειδικά εφέ (π.χ. αστραπές της βροχής).


Συνθέτες όπερας
Αμίλκαρε Πονκιέλλι
Αμπρουάζ Τομά
Ανρύ Φεβριέ
Αρρίγκο Μπόιτο
Βίκτορ Χέρμπερτ
Βιντσέντσο Μπελλίνι
Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ
Γκαετάνο Ντονιτσέττι
Γκυστάβ Σαρπαντιέ
Ένγκελμπερτ Χούμπερντινγκ
Ερμάνο Βολφ-Φερράρι
Ζακ Αλεβύ
Ζακ Όφενμπαχ
Ζυλ Μασνέ
Ζωρζ Μπιζέ
Ιγκνάτς Παντερέφσκι
Ίταλο Μοντεμέτσι
Καμίγ Σαιν-Σανς
Καρλ Μαρία φον Βέμπερ
Καρλ φον Γκόλντμαρκ
Κλεμάν -Φιλιμπέρ
Λεό Ντελίμπ
Κλωντ Ντεμπυσσύ
Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ
Εκτόρ Μπερλιόζ
Λουίτζι Ρίτσι
Λούντβιχ βαν Μπετόβεν
Μοντέστ Μουσσόργκσκυ
Μπέντριχ Σμέτανα
Νικολάι Ρίμσκυ-Κόρσακοφ
Ντανιέλ Φρανσουά Εσπρί Ωμπέρ
Ουμπέρτο Τζιορντάνο
Πιέτρο Μασκάνι
Πωλ Ντυκά
Ρίχαρντ Βάγκνερ
Ρίχαρντ Στράους
Ρουτζέρο Λεονκαβάλλο
Σαρλ Γκουνώ
Τζάκομο Μέγιερμπεερ
Τζάκομο Πουτσίνι
Τζοακίνο Ροσσίνι
Τζουζέπε Βέρντι
Φεντερίκο Ρίτσι
Φερντινάν Ερόλντ
Φράνκο Λεόνι
Φρήντριχ φον Φλότοβ


Δείτε το
Παρασκήνιο, Αρχείο Αρφάνη: Η κιβωτός της μουσικής (Αρχείο ντοκιμαντέρ της Δημόσιας Τηλεόρασης - πρώην Ε.Ρ.Τ.)

Στο επεισόδιο της εκπομπής «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ» με τίτλο «ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΦΑΝΗ: Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ» παρουσιάζεται η ιδιωτική μουσική συλλογή του ερασιτέχνη μουσικολόγου και ερευνητή ΣΤΑΘΗ ΑΡΦΑΝΗ. Ο ίδιος ο συλλέκτης μιλά για το ειδικό ενδιαφέρον του που τον ώθησε στην ενασχόληση της αναζήτησης τεκμηρίων κλασικής συμφωνικής μουσικής και ξεναγεί τον θεατή στο διαμέρισμά του όπου φυλάσσονται περίπου 30. 000 δίσκοι βινυλίου, 3. 000 με 4. 000 δίσκοι 78 στροφών, 6. 000 cd, σπάνιες φωτογραφίες, κειμήλια και σχετικό έντυπο υλικό. Μέσα από την αφήγηση του ΣΤ. ΑΡΦΑΝΗ δίνονται στοιχεία της προσωπικότητάς του και του τρόπου συγκέντρωσης των αντικειμένων της συλλογής του. Γίνεται λόγος για τις δισκογραφημένες συνθέσεις προπολεμικών λυρικοδραματικών ελλήνων τραγουδιστών που διασώζονται στο αρχείο του ενώ παράλληλα ο ΣΤ. ΑΡΦΑΝΗΣ μιλά μεταξύ άλλων για τον έλληνα συνθέτη όπερας ΣΠΥΡΟ ΣΑΜΑΡΑ, για τον μαέστρο ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟ, για την ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ και για τον ΑΡΤΟΥΡΟ ΤΟΣΚΑΝΙΝΙ. Επίσης, αναφέρεται στους πρώτους δίσκους βινυλίου μακράς διάρκειας (LP) κλασικής μουσικής, στις συνεργασίες του με ξένες δισκογραφικές εταιρείες και με το ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού που χρησιμοποίησαν το αρχείο του, καθώς και στην έκδοσή του της δισκογραφίας του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ.
Κατά τη διάρκεια της εκπομπής ακούγονται ηχητικά αποσπάσματα λυρικών έργων και τραγουδιών αποτυπωμένα σε δίσκους γραμμοφώνου, π. χ. οι φωνές των τενόρων ΓΙΑΝΝΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ (Μιλάνο 1902) και ΟΔΥΣΣΕΑ ΛΑΠΠΑ, σπάνιες ηχογραφήσεις της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΛΛΑΣ σε δίσκους 78 στροφών, της ΡΕΝΑΤΑ ΤΕΜΠΑΛΝΤΙ (1957) και της ΡΟΖΑ ΠΟΝΣΕΛΕ ή πειρατικές ραδιοφωνικές αναμεταδόσεις συναυλιών του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥλΟΥ. Προβάλλονται ιστορικά πλάνα από παραστάσεις, όπως «Οι Παλιάτσοι» με τον ΕΝΡΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ, στιγμιότυπα από πρόβα του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης και απόσπασμα συνέντευξής του στην αμερικανική τηλεόραση της δεκαετίας 1950.
Παρεμβάλλεται φωτογραφικό και έντυπο υλικό: πορτραίτα ελλήνων και ξένων λυρικών τραγουδιστών, εξώφυλλα δίσκων, αρχειακά ντοκουμέντα από τα αθηναϊκά χρόνια της καλλιτεχνικής πορείας της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΛΛΑΣ (1942), αυτόγραφα συνθετών όπως των ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗ και ΤΖΩΡΤΖ ΓΚΕΡΣΟΥΙΝ, επίσης, χειρόγραφα όπως των ΓΙΟΧΑΝΕΣ ΜΠΡΑΜΣ και ΡΙΧΑΡΝΤ ΒΑΓΚΝΕΡ, καθώς και σπάνια ενθυμήματα. Τέλος φίλοι του ΣΤ. ΑΡΦΑΝΗ εμφανίζονται να συζητούν ιδιωτικά με τον συλλέκτη, να σχολιάζουν το φωνητικό αρχειακό υλικό αλλά και το πάθος που κινεί τη συγκέντρωση, εδώ και 50 χρόνια, ηχητικών τεκμηρίων που αποτυπώνουν 100 έτη ιστορίας της όπερας.


Βιβλιογραφία
L. Orrey, A Concise History of Opera (1973)
S. Sadie, Opera (1988)
John Louis DiGaetani, An Invitation to the Opera, ISBN 0-385-26339-2
Νικόλαος Μάμαλης, H Ιστορία της Όπερας στην Ευρώπη κατά τον 17ο Αιώνα: Από τον Μοντεβέρντι ως τον Πέρσελ, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2011
Δείτε επίσης
Κατάλογος έργων όπερας
Κατάλογος των σπουδαιότερων έργων όπερας


Όπερα
OperaGlass -- Stanford University
Operabase

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου